Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το δημοσίευμα με τίτλο «Μπαμπά, δεν θέλω να μιλάμε πια», που δημοσιεύθηκε στο κυριακάτικο φύλλο της «Καθημερινής» στις 25 Ιανουαρίου, θα ήθελα να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις, αναπόφευκτα μελαγχολικές. Το δημοσίευμα αγγίζει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, όπως η αποξένωση των παιδιών από τους γονείς τους, υπενθυμίζοντάς μας ότι η αγάπη που λαμβάνουμε από τα παιδιά μας δεν είναι αυτονόητη, αλλά μια σχέση που χρειάζεται συνεχή φροντίδα.
Η ρήξη των οικογενειακών δεσμών παραμένει πάντοτε ένα δύσκολο και βαθιά επώδυνο ζήτημα για όσους το ζουν. Είναι μια πολύ τραυματική εμπειρία και για τις δύο πλευρές. Στο εν λόγω δημοσίευμα παρουσιάζονται οι ιστορίες δύο νέων ανθρώπων που στην προσπάθειά τους να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια, έφτασαν στα όριά τους κι επέλεξαν να κόψουν κάθε δεσμό με τους γονείς τους. Το βάρος και ο πόνος που συνοδεύουν τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.
Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να διαφωνήσω σ’ ένα σημείο. Εκεί όπου αναφέρεται ότι η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα υιοθετεί την άποψη πως οι «τοξικοί άνθρωποι δεν αλλάζουν» και ότι η διακοπή επαφής παρουσιάζεται ως λύτρωση. Νομίζω όμως πως η ανάγκη απελευθέρωσης από επώδυνες οικογενειακές σχέσεις δεν αποτελεί ούτε μόδα ούτε προϊόν της ψηφιακής εποχής. Υπήρχε πάντα. Απλώς στο παρελθόν δεν συζητιόταν δημόσια.
Σε κάθε κοινωνία και σε κάθε οικογένεια υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που διάλεξαν την απόσταση ως έσχατη λύση και απομακρύνθηκαν σιωπηλά, πληρώνοντας όμως το βαρύ τίμημα της επιλογής τους. ∆ιότι δυστυχώς, το να πάψεις να μιλάς στον γονιό σου δεν σημαίνει μόνο ότι προστατεύεις τον εαυτό σου, αλλά συχνά συνοδεύεται από μοναξιά και απομόνωση. Εκτός από τον γονέα το «ενήλικο παιδί» χάνει κι έναν ολόκληρο κόσμο γύρω του. Χάνονται σχέσεις με αδέλφια, με θείους, με παππούδες, με φίλους που είτε θα πάρουν θέση συνήθως υπέρ των γονέων, είτε θα αποσυρθούν για να μην μπλέξουν.
Ολοι έχουμε γίνει μάρτυρες ανάλογων περιπτώσεων. Ολοι γνωρίζουμε κάποιο «μαύρο πρόβατο» που κουβάλησε την ευθύνη μιας ρήξης από τον φόβο που γέννησε η απουσία σεβασμού. Και αυτή ακριβώς είναι η ρίζα του κακού, η έλλειψη σεβασμού. Διότι ο σεβασμός είναι προϋπόθεση για να μεγαλώσει κανείς συναισθηματικά πλήρης και μαθαίνεται πρώτα στο σπίτι. Οι γονείς είμαστε το πρώτο αποκούμπι των παιδιών μας, ο χώρος όπου τα παιδιά μας οφείλουν να νιώθουν ασφάλεια. Είμαστε και οι πρώτοι τους δάσκαλοι. Αν δεν σεβαστούμε τα παιδιά μας, να μην περιμένουμε να μας σεβαστούν κι εκείνα. Εμείς θέτουμε πρώτοι το παράδειγμα, άρα και δεν απαιτούμε να ζητήσουμε να μας δοθεί κάτι που δεν προσφέραμε. Εξάλλου, τα παιδιά που νιώθουν συναισθηματικά ασφαλή γίνονται οι καλύτεροι σύμμαχοι στις δύσκολες στιγμές. Να μην το ξεχνάμε αυτό. Ενα παιδί που έχει αγαπηθεί κι έχει μεγαλώσει μέσα σε μια οικογένεια που αγκαλιάζει και παρηγορεί χωρίς να ζητά κανένα αντάλλαγμα, θα κάνει τα πάντα για να στηρίξει την οικογένειά του εάν χρειαστεί.
Ισως, λοιπόν, αυτό το φαινόμενο να μην είναι κάτι καθόλου καινούργιο αλλά η ψηφιακή εποχή μας να του έδωσε χώρο για να συζητηθεί ανοιχτά. Και πρέπει να του δώσουμε την πρέπουσα προσοχή. Γιατί η οικογένεια παραμένει η μήτρα μέσα στην οποία διαμορφώνεται η σχέση μας με τον κόσμο, και γι’ αυτό κάθε ρήξη στο εσωτερικό της δεν είναι ποτέ μια απλή υπόθεση.
*Τορόντο, Καναδάς
