Kύριε διευθυντά
Ακούγεται συχνά πως η γλώσσα της Εκκλησίας πρέπει να αλλάξει, να γίνει πιο απλή, πιο «κατανοητή», πιο κοντά στη σημερινή δημοτική. Σαν να πρόκειται για ένα κείμενο που χρειάζεται μετάφραση για να σταθεί. Σαν να είναι μάθημα και όχι βίωμα.
Ομως η γλώσσα της Εκκλησίας δεν γράφτηκε για να την εξηγείς. Γράφτηκε για να τη νιώθεις. Δεν λειτουργεί όπως τα μαθηματικά, με ορισμούς και αποδείξεις. Λειτουργεί όπως η προσευχή: άλλες λέξεις τις καταλαβαίνεις, άλλες όχι – αλλά όλες κάτι σου κάνουν.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου. Δεν πήγε σχολείο ποτέ. Δεν ήξερε να διαβάζει καλά, δεν ήξερε «τι σημαίνουν» όλα όσα άκουγε στην εκκλησία. Κι όμως, τα καταλάβαινε όλα.
«Ο Θεός είναι αγάπη», μου έλεγε.
Και αυτό ήταν αρκετό. Ισως και το πιο μεγάλο απ’ όλα.
Θυμάμαι ακόμη την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στην εκκλησία. Σηκώθηκε με δυσκολία, πλησίασε και φίλησε την εικόνα του Ιωάννη του Προδρόμου. Της λέω:
«Γιαγιά, ξέρεις ποιος είναι αυτός;».
Γύρισε, με κοίταξε και χαμογέλασε.
Δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει.
Η Εκκλησία μίλησε σε ανθρώπους απλούς, αγράμματους, πονεμένους. Και η γλώσσα της άντεξε αιώνες όχι επειδή ήταν «εύκολη», αλλά επειδή μιλούσε στην καρδιά. Αν τη χάσουμε στο όνομα της κατανόησης, μήπως τελικά χάσουμε και κάτι από το βάθος της πίστης;
Γιατί κάποια πράγματα δεν χρειάζεται να τα καταλάβεις. Χρειάζεται απλώς να τα νιώσεις.
