Κύριε διευθυντά
Το δημοσίευμα με τίτλο «Η σκιώδης εκστρατεία κυβερνοκατασκοπείας και η Ελλάδα» μου έδωσε αφορμή να αναστοχαστώ πάνω στην πολυδιαφημισμένη ψηφιοποίηση του κράτους και του ψηφιακού κόσμου ευρύτερα. Η όποια συναλλαγή (π.χ. τραπεζική ή με το ∆ημόσιο γενικά) μέσω υπολογιστή ενέχει πολλούς κινδύνους, ειδικότερα για κάποιον που δεν είναι προγραμματιστής ή κάτι συναφές, αλλά γνωρίζει απλά τα στοιχειώδη. Σε πιάνει ένας φόβος, σε κόβει κρύος ιδρώτας, ψάχνεις το κουτί με τα αγχολυτικά πριν ανοίξεις π.χ. το e-banking με τα τόσα που ακούς ότι γίνονται με «παραβιάσεις» λογαριασμών ή μπλοκάρισμα από λάθος ή ακόμη με το gov.gr να σού ζητάει αρχεία κειμένου, φωτογραφιών, διευθύνσεις, τηλέφωνα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που δεν γνωρίζεις πόσο ασφαλή είναι από επιβουλές πιθανώς τρίτων κακοπροαίρετων. Στον κόσμο του ∆ιαδικτύου δεν βλέπεις πρόσωπα όπως παλιά με τον υπάλληλο στο γκισέ της τράπεζας ή της εφορίας, αλλά νιώθεις σκιές, φαντάσματα σε διαρκή περιπολία, αέρα, τίποτα. ∆εν υπάρχει πρόσωπο με σάρκα και οστά, μια μορφή αλλά το φάντασμα που υποψιάζεσαι ότι σου την έχει στημένη. Ο «Μεγάλος Αδελφός» του Οργουελ και σε πιάνει σύγκρυο. Ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εκεί οι σκιές, τα φαντάσματα, ο καθείς και η καθεμία μπορούν να δηλώσουν ό,τι να ‘ναι. Προσωπικά νοσταλγώ το παλιό καπηλειό γεμάτο παρέες που τσούγκριζαν τα ποτήρια το κρασί και παραδίπλα τη μουσική κομπανία που έπαιζε Βαμβακάρη. «Χαράματα η ώρα τρεις θα ‘ρθώ να σε ξυπνήσω».
Το ∆ιαδίκτυο με απωθεί. Είναι φάντασμα, είναι ρομπότ. Ο κόσμος της ψηφιακής εποχής με αρρωσταίνει. Ευτυχώς πρόλαβα να ζήσω και τον γνήσιο, τον αυθεντικό, τον αναντικατάστατο. Χαράματα η ώρα τρεις κι ας πάει στον αγύριστο το θλιβερό και αποκρουστικό σήμερα.
