Κύριε διευθυντά
Στην Ελλάδα, μετά το 1981, δημιουργήθηκαν ανώτατες σχολές με αντικείμενο τη Χωροταξία, υπό διάφορες ονομασίες. Ενδεικτικά αναφέρονται το Τμήμα Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καθώς και τα Τμήματα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου (1994) και του Πανεπιστημίου Αιγαίου (1996), τα οποία ανέπτυξαν ισχυρή κατεύθυνση στη χωρική ανάλυση, τον περιφερειακό σχεδιασμό, τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS) και τις πολιτικές χώρου.
Η ύπαρξη σχολών, ωστόσο, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ύπαρξη σοβαρού και αξιόπιστου χωροταξικού σχεδιασμού. Και αυτό ακριβώς αποτυπώνεται στη διαχρονική αδυναμία της χώρας να αποκτήσει έναν πραγματικά Ενιαίο Χωροταξικό Χάρτη.
Ο χωροταξικός χάρτης δεν είναι τεχνικό διάγραμμα ούτε χαρτογραφική άσκηση. Είναι το εργαλείο με το οποίο ένα κράτος αποφασίζει πού θα παραχθεί πλούτος, πού θα κατευθυνθούν επενδύσεις, ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται και ποιες αποκλείονται. Με άλλα λόγια, αποτελεί τη χωρική αποτύπωση της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής.
Κι όμως, στην Ελλάδα το αντικείμενο αυτό αντιμετωπίστηκε διαχρονικά ως δευτερεύον επιστημονικό πεδίο, με χαμηλή ελκυστικότητα και ασαφή επαγγελματικά δικαιώματα. Το αποτέλεσμα είναι σχολές με χαμηλές βάσεις εισαγωγής να καλούνται, έμμεσα ή άμεσα, να παράγουν στελέχη που θα συνθέσουν αποφάσεις καθοριστικές για την οικονομική πορεία της χώρας.
Σε όλες σχεδόν τις σοβαρά οργανωμένες ευρωπαϊκές χώρες, ο χωροταξικός σχεδιασμός δεν αποτελεί προπτυχιακό επάγγελμα. Είναι ανώτατη, μεταγενέστερη και αυστηρά επιλεγμένη εξειδίκευση αρχιτεκτόνων, μηχανικών, γεωγράφων και οικονομολόγων, ενταγμένη σε κρατικούς μηχανισμούς στρατηγικού σχεδιασμού. Εκεί, ο χωροταξικός χάρτης παράγεται ως πράξη εθνικής ευθύνης, όχι ως άθροισμα αποσπασματικών μελετών.
Αντίθετα, στην Ελλάδα συνυπάρχουν δασικοί χάρτες, χάρτες Natura, γεωργικής γης, πολεοδομικοί και ενεργειακοί σχεδιασμοί, χωρίς ενιαία ιεράρχηση και χωρίς σαφές κέντρο ευθύνης. Το αποτέλεσμα είναι νομική ανασφάλεια, διοικητική σύγχυση και επενδυτική αβεβαιότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε Ενιαίο Χωροταξικό Χάρτη. Αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι αν το ελληνικό κράτος είναι διατεθειμένο να αντιμετωπίσει το ζήτημα ως αυτό που πραγματικά είναι: κορυφαία πράξη εθνικού σχεδιασμού, που απαιτεί αυστηρή επιλογή προσώπων, υψηλό επίπεδο γνώσεων και σαφή πολιτική ευθύνη.
Ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα σχεδιάζει τον χώρο της αποκαλύπτει πόσο σοβαρά σχεδιάζει το μέλλον της.
*Πολιτικός μηχανικός
