Κύριε διευθυντά
Ηαναφορά στην επιφυλλίδα σας («Κίμων», μία ένεση αισιοδοξίας), στο φ. 21ης Ιανουαρίου, στην επαινετή στάση στελέχους του Πολεμικού Ναυτικού, που αποποιήθηκε μια πρακτική εύνοιας και πατρωνίας, μου θύμισε μια ανάλογη ιστορία που είχα ακούσει προ ετών από τον αείμνηστο πρώην πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη.
Κατά την περίοδο που υπηρετούσε ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή από το 1976 και μετά (έως τα τέλη Νοεμβρίου 1977), παλαιός πολιτικός του φίλος και ψηφοφόρος τον πλησίασε ζητώντας να μεριμνήσει ώστε να εισαχθεί η κόρη του στη Νομική Σχολή. «Του εξήγησα», συνέχισε με το χαρακτηριστικό του ύφος ο αείμνηστος πρόεδρος, «ότι αυτό δεν είναι δυνατόν. Οι εξετάσεις είναι αδιάβλητες και αντικειμενικές. Εκείνο που μπορώ να κάνω είναι απλώς να σου γνωρίσω το αποτέλεσμα λίγο πριν από την ανακοίνωση στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες». Καλά, καλά, απάντησε εκείνος, μόλις βγουν τα αποτελέσματα, τηλεφώνησέ μου και μετά θα έρθουμε να σε δούμε.
Πράγματι, η κοπέλα είχε περάσει στη Νομική με την αξία της, αλλά ο παλιός πολιτικός φίλος, εθισμένος στην παράδοση των πελατειακών σχέσεων, δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν ίσχυαν πλέον αυτές. Ετσι, όταν επισκέφθηκε ύστερα από λίγο καιρό μαζί με την κόρη του τον Γ. Ράλλη, μπαίνοντας στο γραφείο του είπε στο παιδί: ευχαρίστησε τον υπουργό που σε έβαλε στο πανεπιστήμιο. «Τότε θύμωσα πολύ», σημείωνε ο Ράλλης, «και είπα αγριεμένος – καλά δεν ντρέπεσαι να ακυρώνεις έτσι την προσπάθεια του παιδιού και να το κάνεις να αισθάνεται δέσμιο πραγμάτων που δεν υφίστανται πλέον;». Νομίζω ότι ουδέποτε τον έπεισα, κατέληγε μελαγχολώντας ο αείμνηστος πρόεδρος για να στραφεί στη συνέχεια η συζήτησή μας σε τούτο το «παλαιόν της αναρμοστίας πάθος», όπως θα έλεγε ο Πλάτων. Οντως, πολλά έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για το ξερίζωμα των πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων στη Δημόσια Διοίκηση στην πατρίδα μας, αλλά κάποιες νοοτροπίες εξακολουθούν να μας ταλανίζουν.
*Μαρούσι
