Το δείπνο της Μπαμπέτ και τo Δωδεκαήμερο

Κύριε διευθυντά

Από τους αρχαίους «συνιόντες επί δείπνον» ή «εν οίνοις κοινή διατριβή», μέχρι τους μεταχριστιανικούς προγόνους μας, οι Ελληνες ουδέποτε απέφυγαν να μετέλθουν, «οψοποιών μαγγανείας» και «αρτοποιών επινοίας».

Εξοχο παράδειγμα το διανυόμενο ∆ωδεκαήμερο, το οποίο, με την εορταστική ευφορία και την πυκνότητα των ονομαστικών εορτών που φιλοξενεί, προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για πάσης φύσεως, υλικής εντάσεως ευωχίες. Κι αυτό, κατά Ζουράρι, χωρίς καμία βλάσφημη προαίρεση και χωρίς ίχνος ενδόμυχης ή ρητής θρησκευτικής ασέβειας.

Κάτι ανάλογο, αυτό, με το νοστιμότερο δείπνο που μας έχει δώσει ποτέ η λογοτεχνία, μέσα από το βιβλίο, «Το δείπνο της Μπαμπέτ» της Κάρεν Μπλίξεν και την ομώνυμη ταινία του Γκάμπριελ Αξελ.

Στο βιβλίο, αλλά και στην ταινία αποτυπώνεται η ατμόσφαιρα σ’ ένα ψαροχώρι της ∆ανίας του 19ου αιώνα. Πρωταγωνίστριες οι δύο καλόκαρδες κόρες ενός αυστηρού πάστορα που έμειναν ανύπαντρες, μεγαλωμένες μακριά από τις χαρές της ζωής.

Ολα ανατρέπονται με τον ερχομό της Μπαμπέτ, φυγάδος της παρισινής κομμούνας. Η σχέση των τριών γυναικών περιγράφεται λιτά και καίρια, μέχρι που η ταινία μπαίνει στην τελική της ευθεία, με το απολαυστικό «γαλλικό δείπνο» που ετοιμάζει η Μπαμπέτ για να ευχαριστήσει τις αδελφές που την περιέθαλψαν.

Κεντρικό σημείο της πλοκής, τα δύο σχήματα τρόπου ζωής που συνυπάρχουν στην κοινή τράπεζα. Από τη μια μεριά οι συνηθισμένες, τυπικές αγάπες, όπου οι πιστοί μοιράζονται με εγκράτεια τα κατάξερα μπισκότα, υπερβολικά ευτελή για να έχουν κάποια υλική υπόσταση, και από την άλλη, το δείπνο της Μπαμπέτ, μοναδικό, με σπάνια εδέσματα, άφθονα και ποικίλα, μέσα από τα οποία η χαρά των αισθήσεων υψώνεται ως την πνευματική ηδονή.

Αν οι συγκεντρώσεις γύρω από τα ξερά μπισκότα αποτυγχάνουν στην αποστολή της μέθεξης και καταλήγουν να γίνουν αφορμές καβγάδων, το δείπνο της Μπαμπέτ συμφιλιώνει τους συνδαιτυμόνες και ξαναφέρνει την ενότητα στην κοινότητα των πιστών.

Το βιβλίο και η ταινία –ένας ύμνος στις «υλικές» απολαύσεις– υποδεικνύουν την αξία του συντροφικού, καλού φαγητού στη ζωή των ανθρώπων. Η σκηνή όπου τα κοκαλωμένα, συντηρητικά γερόντια γεύονται τα ονειρεμένα πιάτα της Παριζιάνας σεφ, μπορεί να πείσει και τον πιο δύσπιστο για τη δύναμη της γευστικής απόλαυσης. Μπουκιά μπουκιά, τα πρόσωπα των συνδαιτυμόνων χαλαρώνουν, θυμούνται τη χαμένη τους νιότη, τον πρώτο τους έρωτα, τον βαθύ και καταπιεσμένο εαυτό τους. Οταν το μεγαλειώδες δείπνο θα τελειώσει, είναι σαν να τους έχει αποκαλυφθεί το νόημα της ζωής, της ίδιας της χαράς και της επικούρειας αγαλλίασης, μακριά από προκαταλήψεις και προσωπικές ιδεοληψίες. Αξιομνημόνευτη, βεβαίως, και η χαρά της Μπαμπέτ, όταν παραλαμβάνει τα φορτία με τα υλικά και τις προμήθειες από το Παρίσι, ο άξιος ιδρώτας, όταν για μέρες ετοιμάζει κάτι που θα το γευτούν οι πιο ξινοί και δύστροποι άνθρωποι – αυτοί που δεν επέτρεψαν στον εαυτό τους καμιά χαρά.

Υστερα από ένα ωραίο γεύμα όλα είναι δυνατά: ψυχή και σώμα δεν βρίσκονται πια σε διάσταση.

Αυτό είναι το κεντρικό δίδαγμα της ιστορίας.

Εκστατικός, ο συνεπαρμένος και καλοζωισμένος πολεμιστής, στρατηγός της παρέας, θα αναφωνήσει: «Το έλεος και η αλήθεια, φίλοι μου, έσμιξαν. Η αρετή και η ευδαιμονία φιλούν η μια την άλλη…».

Αναφορές: Από τις πολλές πηγές που προσφέρονται βλ. το σχετικό κείμενο του Raphaelle Moine, στο συλλογικό, Ιστορία της διατροφής, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων.

*Βούλα

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT