Κύριε διευθυντά
Από την «Ιθάκη» του τέως πρωθυπουργού, ο κ. Πάσχος Μανδραβέλης ζωγραφίζει τον κύριο Τσίπρα να ομολογεί την ανικανότητά του να επιλέγει συνεργάτες και ουσιαστικά να επαναλαμβάνει το mea culpa στα πεπραγμένα της θητείας του. Ομως, ο διεισδυτικός αρθρογράφος της «Καθημερινής» ανίχνευσε και την αποσιώπηση δύο σοβαρών αμαρτημάτων του κ. Τσίπρα, που όμως δεν έγιναν «εκ του πονηρού αλλά οφείλονται στο DNA της νεότερης γενιάς των πολιτικών». Εχουμε λοιπόν ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που κατά το ήμισυ είναι επανάληψη παραδοχής αμαρτημάτων και κατά το έτερον ήμισυ αποσιώπηση άλλων.
Εκ πρώτης όψεως, η επανάληψη ομολογίας και η αποσιώπησή της δεν μπορούν να συστεγάζονται με τον χαρακτηρισμό «ανομολόγητα αμαρτήματα». Κατά το έγκυρο λεξικό «Liddell-Scott» η λέξη είναι σύνθετη από την πρόθεση «ανά» και το ρήμα «ομολογούμαι» και σημαίνει «ανομολογώ», «συμφωνώ». Αν ήταν «αν-ομολογώ» θα σήμαινε «διαφωνώ» ή «αδυνατώ να ομολογήσω», αφού το «α» είναι στερητικό. Αλλωστε, ανομολογητέον είναι αυτό που πρέπει να ξανασυμφωνηθεί. Από τη σημασία αυτή έχουμε και τα «ανομολόγητα» (γραμμάτια κ.λπ.) τα οποία, ως εκ δευτέρου ομολογούμενα, καθίστανται πλέον ή ομολογημένα.
Αντιθέτως, ο ∆ημητράκος (της «Πρωίας») θεωρεί ανομολόγητα όσα δεν μπορούν να ομολογηθούν. «Ανομολόγητος ενοχή», για παράδειγμα. Συνεκδοχικώς, και όσες πράξεις δεν μπορούν να περιγραφούν· ανεκδιήγητες αλλά και ακατονόμαστες.
Πάντως, υπό το φως αλλά και το σκότος των αποκαλύψεων της «Ιθάκης», ο τίτλος του άρθρου του κ. Μανδραβέλη στο φύλλο της 14ης ∆εκεμβρίου «Τα ανομολόγητα αμαρτήματα» είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της διφορούμενης λέξης. Προσωπικά, η λέξη αυτή με κατατρύχει από την Εκτη ∆ημοτικού, όταν ο σπουδαίος δάσκαλος και θείος μου Ιωσήφ Χριστοδουλίδης, αφού μου επέστησε την προσοχή στις δύο ετυμολογίες της, μου συνέστησε να την αποφεύγω «διότι Χάρη, οι μισοί θα καταλαβαίνουν άλλα πράγματα από αυτά που εσύ εννοείς». Σαν να ήταν χθες.
*Βριλήσσια
