Κύριε διευθυντά
Σε μέρες εορτών, όπου η φαντασία καλείται να καλύψει έναν βίο, εν πολλοίς και για πολλούς «ανεόρταστον», επιτρέψτε μου μία μικρή αναδρομή στην παιδική ηλικία.
Μικρή –και εννοώ στο Δημοτικό– συνειδητοποιώντας στο σπίτι, στο σχολείο και στον δρόμο, ότι ο κόσμος χωρίζεται σε μικρούς και μεγάλους (σε ηλικία και μέγεθος) και ότι οι κουβέντες των μεγάλων διαφέρουν από εκείνες των παιδιών, τα οποία μάλιστα αποκλείονταν από τις συζητήσεις των ενηλίκων, φρόντιζα με διάφορα τεχνάσματα να αποσπάσω δοκιμαστικά μια ειδική άδεια, να παρακολουθώ κι εγώ, ως μεγαλύτερη από τα αδέλφια μου, τις συνομιλίες, όταν ήταν απλές και όχι αυστηρώς ακατάλληλες.
Σε αυτό το πλαίσιο, άκουσα μία μέρα τον πατέρα μου να μιλάει με θλίψη για έναν φίλο του, επειδή οι δικοί του, μετά τον θάνατό του, δεν τίμησαν όπως έπρεπε τη μνήμη του. «Θα έπρεπε ο Yψιστος (μάλλον κάποιος ψηλός σαν τον βασιλιά, υπέθεσα) να του δίνει μια μικρή άδεια, μια φορά τον μήνα, να έρχεται αόρατος και να βλέπει τι γίνεται στο σπίτι του, με τη γυναίκα και τα παιδιά του».
Μια φορά τον μήνα, μου φάνηκε πολύ, χωρίς να ξέρω «τι».
– Αυτά δεν γίνονται, του είπε η μητέρα μου, μόνο στη φαντασία σου.
– Ασε με τουλάχιστον στη φαντασία μου να χαρώ κι εγώ λιγάκι, της απάντησε εκείνος.
Εγώ κράτησα τη λέξη (έτσι έκανα συνήθως, ξεχώριζα ό,τι δεν καταλάβαινα και ύστερα το ρωτούσα, ας πούμε σαν παιχνίδι, ή και σαν μάθημα ακόμη).
Τι είναι άραγε φαντασία;
«Φαντασία είναι μία χώρα, που πιάνουν όλες οι ευχές. Είναι Φαντασιοχώρα».
Αφού βεβαιώθηκα πως μπορούσα κι εγώ να ευχηθώ ό,τι ήθελα και ότι η φαντασία δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους, άρχισα να παραγγέλνω:
Να επιστρέφει η γιαγιά και ο παππούς Βασίλης, έστω μία φορά, την Πρωτοχρονιά. Και η γιαγιά η Φωτεινή να πάει πάλι στη Σμύρνη να ξαναβρεί το σπίτι της, ό,τι έχει απομείνει. Να βρει τη γάτα Αγκύρας και ένα κουτί με παιδικά παιχνίδια και γλυκά. Να πάω κι εγώ μαζί της.
Κι όλοι οι πρόσφυγες της Γης να βρουν μια αγκαλιά στον τόπο τον δικό τους, και σπίτια φωτεινά (λέμε τώρα).
Στη συνέχεια, με το πέρασμα των χρόνων, δεν άργησα να καταλάβω πως ζούμε σε άλλη «χώρα» και σε άλλον πλανήτη. Καμία ευχή, όσο καλή και δυνατή, δεν φτάνει στον πολίτη.
Στη «Φαντασιοχώρα», όλα είναι αληθινά κι όλα μπορούν να γίνουν.
Να σταματήσουν πόλεμοι, λοιμοί, λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί, να ευτυχούν οι άνθρωποι και όχι οι αριθμοί και άλλα πολλά, χρόνια πολλά.
Ομως, η Φαντασιοχώρα πλέει ακόμη σε αχαρτογράφητα νερά…
Ας σημειωθεί ότι το πασίγνωστο σύνθημα του παρισινού «Μάη του ’68» (άπατο κι αυτό) για τη «φαντασία στην Εξουσία», ουδεμία συγγένεια έχει, ούτε σχέση DNA, με τη… φαντασία της Εξουσίας, όπου όλα βαίνουν καλώς… Ισως με την ΑΙ, αν είναι τόσο έξυπνη και αγαπήσει τους ανθρώπους, όσο την αγαπούν κι εκείνοι, κάτι μπορεί να γίνει.
Ερχεται Νέον Ετος.
Καλή Χρονιά και φωτεινή, ιδίως όταν σβήσουν τα φώτα στα δέντρα, αδίκως ξυλοκοπημένα κι αυτά, που καλλιεργούνται δέκα χρόνια και απαξιώνονται σε δέκα μέρες με τον χειρότερο τρόπο.
Εύχομαι κάποτε τα παιδιά να διδάξουν τους γονείς ότι δεν χρειάζονται ζωντανά δέντρα για να χαρούν, ότι μπορούν να φτιάξουν μόνα τους ανακυκλωμένα από χαρτί, ξύλο και τενεκεδάκια, όπως ο καλλιτέχνης Μάικλ Ράκοβιτς, που έφτιαξε τη Λαμάσσου, φτερωτό μυθικό πλάσμα, με σώμα ταύρου, ανθρώπινο κεφάλι και πόδια λιονταριού (την είδαμε στο Μουσείο της Ακρόπολης).
Η κατασκευή ενός δέντρου είναι πάρα πολύ εύκολη και μπορεί να γίνει πραγματικότητα, χρειάζεται μόνο θέληση και λίγη φαντασία…
