Κύριε διευθυντά
Στο τελευταίο δίμηνο του 1952 ο πατέρας δεν κατέβηκε ούτε μια φορά στα Τρίκαλα, από το εστιατόριό του στον Κάμπο-∆εσπότη. Οπως μας εξήγησε, δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, αλλά κάθε φορά που ήταν έτοιμος να μας επισκεφθεί κάτι του τύχαινε με τη δουλειά του και το ανέβαλλε. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ακόμα και η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Ούτε η μάνα ούτε εγώ, στα Τρίκαλα, ανησυχήσαμε, αλλά μας προέκυψε πρόβλημα γιατί τελείωναν τα χρήματά μας στα Τρίκαλα, όπου ζούσα με μόνη σύνοικο τη μάνα, επειδή ήμουν μαθητής Γυμνασίου. Τα υπόλοιπα πέντε μέλη της οικογένειας ήταν στο χωριό (Μαλακάσι Καλαμπάκας).
Με πόνο ψυχής η μάνα χρησιμοποίησε τις 200.000 δραχμές που συνόδευσαν τις δύο τελευταίες ΑΡΙΣΤΕΙΕΣ μου στο Γυμνάσιο, πιστεύοντας ότι παραμονές Χριστουγέννων θα ερχόταν ο πατέρας και θα τα ξανακλείδωνε στη θέση τους.
Για κακή μας τύχη, δύο-τρεις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα έπεσε πολύ χιόνι στην περιοχή, η Κατάρα έκλεισε, η συγκοινωνία διακόπηκε και ο πατέρας αποκλείσθηκε στον Κάμπο-∆εσπότη.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να «νηστέψουμε» τα Χριστούγεννα, είπα στη μητέρα μου ότι θα ζητούσα χρήματα από τους Γ. και Ε. Σ. Ημουν βέβαιος ότι ακόμα χρωστούσαν στον πατέρα μου, όταν ήταν εργοδότες του.
Στο γραφείο της επιχειρήσεως βρήκα τον Ε.Σ. Του εξήγησα για ποιον λόγο είχαμε μείνει χωρίς χρήματα και του ζήτησα ένα ποσό για να περάσουμε τα Χριστούγεννα.
Η απάντηση του Ε.Σ. με συγκλόνισε:
«Χρήματα μπορώ να δώσω μόνον στον πατέρα σου».
Επέστρεψα στη μάνα μου βαριά ταπεινωμένος, γι’ αυτό και πολύ θυμωμένος. Εκείνη το αντιμετώπισε ψύχραιμα:
– ∆εν πειράζει. Και τα Χριστούγεννα είναι όπως κάθε άλλη ημέρα του χρόνου. Εχω μια κονσέρβα κρέατος. Θα την τηγανίσω και θα περάσουμε. Τώρα που γράφω αυτά (73 χρόνια αργότερα), θυμάμαι εκείνα τα Χριστούγεννα του 1952.
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Η καρυδιά με τους νουμάδες»
*Καρδιοχειρουργός
