
Κύριε διευθυντά
Ο εξάχρονος Κώστας πετάχτηκε τρεχάτος στο διπλανό αλώνι, όπου τα παιδιά της παρέας του περίμεναν στη σειρά να πάρει ο καθένας την τζιουμάκα του από τον μαστρο-Γιώργο. Οι τζιουμάκες ήταν μικρά ξύλινα σφυριά με μακριά λαβή. Κι ο μαστρο-Γιώργος είχε όλα τα σύνεργα που χρειάζονταν για την κατασκευή τους: πριόνι, σκεπάρνι και τρυπάνι.
– Πότε θ’ αρχίσετε τα κόλιαντα*; ρώτησε τον Κώστα ο πατέρας του χαμογελώντας, μόλις τον είδε να επιστρέφει στο σπίτι με την τζιουμάκα στο χέρι.
– Πολύ πρωί.
– Οταν εμείς ήμασταν παιδιά, δεν εκλείναμε μάτι αυτό το βράδυ. Ξεκινούσαμε να χτυπούμε τις πόρτες τα μεσάνυχτα. Και τελειώναμε όλο το χωριό προτού να φέξει. Οχι όπως κάμνετε τώρα εσείς, που βγαίνει ο ήλιος κι ακόμα δεν έχετε περάσει ούτε απ’ τα μισά σπίτια.
– Ολο κοκορεύεται πως αυτοί τα κατάφερναν καλύτερα. Ομως απόψε θα τον δείξω εγώ. Θα μείνω ξάγρυπνος όλη τη νύχτα, μονολογούσε το παιδί, που είχε βαρεθεί ν’ ακούει απ’ τον μπαμπά του «όταν εμείς ήμασταν παιδιά».
Εβαλε τον τορβά και την τζιουμάκα δίπλα στο κρεβάτι του και χωρίς να ξεντυθεί ξάπλωσε περιμένοντας να ‘ρθουν τα μεσάνυχτα. Για να βγει πρώτος και καλύτερος στα κάλαντα. Ομως ο ύπνος τού έκλεισε τα μάτια νωρίς. Βαθιά χαράματα, πολύ πριν λαλήσει ο πρώτος κόκορας, ξύπνησε από τα σκουντήματα της μητέρας του:
– Ξύπνα, παιδί μου! Ηρθαν.
Οι φίλοι του χτυπούσαν κιόλας με τις τζιουμάκες την εξώθυρα τραγουδώντας τα κάλαντα. Η Χρύσα τούς άνοιξε, τους καλωσόρισε, τους ευχήθηκε «χρόνια πολλά» και έδωσε στον καθένα πεντέξι κάστανα και μία κολιαντίνα, όπως έλεγαν την κουλούρα τών καλάντων. Ο Κώστας άρπαξε τον τορβά και την τζιουμάκα του κι έτρεξε να ενωθεί με την παρέα. Την αποτελούσαν οχτώ παιδιά. Ολα αγόρια. Τα κορίτσια δεν έβγαιναν για κάλαντα.
Το λιγοστό χιόνι είχε λιώσει το προηγούμενο απόγευμα. Και όλοι οι δρόμοι ήταν σκεπασμένοι από πηχτά λασπόνερα. Παχιά μαύρα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι. Και τα παιδιά δεν μπορούσαν να ιδούν ούτε τη μύτη τους. Προπορευόταν ο Μιχάλης τού Αγαθάγγελου, που ήταν ο μεγαλύτερος. Και ακολουθούσαν οι μικρότεροι τσαλαπατώντας στις λάσπες. Στο πρώτο σπίτι που επισκέφτηκαν, του Γούσια, άρχισαν να χτυπούν με τις τζιουμάκες τη βαριά εξώπορτα τραγουδώντας: «Κόλιαντα μπάμπου μ’, κόλιαντα, κι ιμένα τν κουλιαντίνα μ’ / κι άμα δεν έχεις κόλιαντα, δώσ’ μας ένα σουτζούκι / να ‘νι μακρύ να ‘νι χουντρό να ‘νι ζαχαρουμένου». Η Γούσιαινα, χαμογελαστή, άνοιξε την πόρτα, τους ευχήθηκε χρόνια πολλά και, αφού έδωσε στον καθένα μια κολιαντίνα και λίγα κάστανα, κάλεσε τον εγγονό της να μπει στο σπίτι και να δώσει την ευχή. «Για το καλό». Ο Κώστας σφούγγιξε τα λασπωμένα παπούτσια του στο κατώφλι και μπήκε στον οντά. Πλησίασε το γνωστό του τζάκι, έχωσε τη λασπωμένη τζιουμάκα του ανάμεσα στ’ αναμμένα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν, τη στριφογύρισε στα γρήγορα για να μην πιάσει φωτιά, και είπε την καθιερωμένη ευχή: «Αρνιά, κατσίκια, γκόλιαβα (=γυμνά) πιδιά».
– Χρόνια σ’ πουλλά. Νά ‘σι πάντα γιρός κι να προυκόβ’ς. Κι να πειράσεις κι του χρόνου να μας τα ξαναπείς, του είπε η γιαγιά του. Και τον φίλησε γλυκά.
– Γιατί, γιαγιά, εύχουμέστε νά ‘χουμε πουλλά αρνιά κι δεν εύχουμέστε να κάμουμε πουλύ στάρι, που του χρειάζουμέστε πιρσότερου απ’ τ’ αρνιά;
– Γιατί αυτήν την ιφχή βρήκαμι απού πάππου πρους πάππου. Τότι οι παππούδις είχαν πρόβατα κι γίδια. Κι γύριβαν πουλλά αρνιά κι κατσίκια. Τώρα δλεύουμι πιρσότερου στα χουράφια. Αλλά κρατούμι ακόμα τις ίδιις ιφχές. Κι αυτές δεν αλλάζουν κάθι χρόνου.
Και αποχαιρετώντας τον τού έβαλε στον τορβά του μπόλικα κάστανα, καρύδια και ένα μικρό σουτζούκι.
Οταν έφτασαν στο σπίτι τού Μπέλου και άρχισαν να τραγουδούν, ο Μπέλος άνοιξε την εξώπορτα και έδωσε στον καθένα μία κολιαντίνα. Ωστόσο, τα κάστανα, αντί να τους τα δώσει στο χέρι, τα σκόρπισε στον δρόμο. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι τα παιδιά έψαχναν μάταια να τα βρουν στις λάσπες. Κι ο Μπέλος τούς παρακολουθούσε γελώντας με ικανοποίηση για το «έξυπνο» κατόρθωμα, που νόμιζε πως είχε κάμει. Οταν ζήτησε να μπει ένα παιδί στο σπίτι «για το καλό», η παρέα έστειλε τον μικρότερο. Με βαριά καρδιά ο Κώστας μπήκε στον οντά τού Μπέλου, όπου βρήκε την Μπέλαινα να ρίχνει χοντρά ξύλα στ’ αναμμένο τζάκι.
Στριφογύρισε την τζιουμάκα του στα κάρβουνα και είπε ανόρεχτα την ίδια ευχή, που είχε πει και στη γιαγιά του. Οταν επέστρεψε στην παρέα, ο Μιχάλης τους πρότεινε να τραγουδήσουν στον Μπέλο τα κόλιαντα του ψειριάρη. Για να μην το ξανακάμει. Ολοι συμφώνησαν. Ομως τώρα άρχισαν να χτυπούν την πόρτα τόσο δυνατά, που κόντευαν να τη σπάσουν. Και το τραγούδι τους ήταν διαφορετικό. Αλλά πάντοτε σε ρυθμό δεκαπεντασύλλαβο: «Αφέντη μου, στην κάπα σου χίλιις χιλιάδις ψείρις / Αλλις γιννούν, άλλις κλουσσούν κι άλλις αβγουμαζώνουν…». Ο Μπέλος φοβήθηκε πως θα του έσπαζαν την πόρτα. Ετρεξε στην εξώπορτα, αλλά πριν προλάβει να την ανοίξει, τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ευτυχώς αυτό ήταν το μοναδικό σπίτι τού χωριού, όπου ο νοικοκύρης τους φέρθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο…
* Κάλαντα το έτος 1945 στο Παλιούρι (σημερινό Αλιάκμονα).
