Κύριε διευθυντά
Πρώτον: Οι επιθέσεις των Νίκου Ανδρουλάκη και Σωκράτη Φάμελλου κατά της ∆ικαιοσύνης και των λειτουργών της είναι γνωστές και παλιές.
α) Ο μεν κ. Φάμελλος συνεχίζει την παράδοση των προκατόχων του Αλέξη Τσίπρα και Στέφανου Κασσελάκη.
β) Ο κ. Ανδρουλάκης όμως, με τα «δεν εμπιστεύομαι τη Δικαιοσύνη», «Εχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου προς τη Δικαιοσύνη», «Υπάρχει ζήτημα με την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνη», δείχνει να απαρνιέται την παράδοση των πριν από αυτόν προέδρων του ΠΑΣΟΚ που σέβονταν τη Δικαιοσύνη.
Ηχηρά παραδείγματα του σεβασμού τους αυτού:
– Η στάση του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση Κοσκωτά το 1988-89.
– Η στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη και του υπουργού ∆ικαιοσύνης Ευάγγελου Γιαννόπουλου, όταν το ΣτΕ διέκοψε την κατασκευή της 3ης Γραμμής Μεταφοράς 400 KV Βορρά – Νότου της ∆ΕΗ. Τότε, ούτε ο πρωθυπουργός ούτε ο υπουργός ∆ικαιοσύνης αντέδρασαν στην αιχμηρή παρατήρηση του προέδρου του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ: «∆εν επιτρέπεται το δικαστήριο να γνωστοποιήσει οποιοδήποτε στοιχείο ή να ελεγχθεί για τον χειρισμό υπόθεσης που εκκρεμούσε σ’ αυτό. Ο χειρισμός μιας εκκρεμούς υπόθεσης είναι θέμα που ανάγεται αποκλειστικώς στις αρμοδιότητες του δικαστηρίου».
Δέυτερον: Οι αοριστολογικές αναφορές των κ. Καραμανλή Κώστα και Βενιζέλου Ευάγγελου στη ∆ικαιοσύνη και στους δικαστικούς λειτουργούς, κατά την εκδήλωση της εφημερίδας «∆ημοκρατία» στις 8.12.2025, προκαλούν απορίες.
α) Είπε ο κ. Καραμανλής: «Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων πολιτικών αρχηγών, υπουργών, ανώτερων στρατιωτικών, δημοσιογράφων και άλλων δεν έπεισε [ποιους άραγε;] ότι δόθηκαν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που προέκυψαν, αναφορικά με τη νομιμότητα, τη σκοπιμότητα, τους λόγους που έγιναν, τις εγκρίσεις που δόθηκαν, το περιεχόμενό τους».
β) Είπε ο κ. Βενιζέλος: «Η κοινωνία προσλαμβάνει μια ασύμμετρη εικόνα της ∆ικαιοσύνης. Αναμφίβολα η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών υπηρετεί την ανεξαρτησία της ∆ικαιοσύνης, ενώ γίνονται βήματα ως προς την επιτάχυνση των δικών». Ολες όμως οι εμβληματικές υποθέσεις εξελίσσονται εκ των πραγμάτων με τρόπο που καλλιεργεί την κοινωνική πεποίθηση [ποιος και πώς εκφράζει την «κοινωνική πεποίθηση»;] ότι κυριαρχεί η αδιαφάνεια και η συγκάλυψη.
Ο πολίτης παρακολουθεί τις ημέρες αυτές να διεξάγεται στο ακροατήριο του Πλημμελειοδικείου, δηλαδή με πολύ ελαφρές κατηγορίες [κατηγορίες που έχει προσδιορίσει ο αρμόδιος «δικαιοκρατικός δικαστής», τη λειτουργία του οποίου έχει περιγράψει ο Ευ. Βενιζέλος (βλ. πιο κάτω παρ. 4)], η δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών στην οποία γίνονται εντυπωσιακές αποκαλύψεις που δεν μπορούν να εκκαθαριστούν από το συγκεκριμένο δικαστήριο [το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα αποφασίσει για την υπόθεση αυτή].
Τρίτον: Οι αοριστολογικές αυτές αναφορές επέτρεψαν στον κ. Φάμελλο να επισημάνει: «Και όλα αυτά για την κρίση ∆ικαιοσύνης δεν τα λέει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Τα λένε και δύο πρώην πρωθυπουργοί από τον χώρο της Νέας ∆ημοκρατίας. Τα λέει ο κ. Καραμανλής, τα λέει και ο κ. Σαμαράς».
Τέταρτον: Ο κ. Βενιζέλος, στο μνημειώδες έργο του «Η ∆ημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» (Εκδόσεις Πατάκη, σελίδες 518), σημειώνει:
– «Ο δικαιοκρατικός δικαστής. Είναι αυτός που λειτουργεί βεβαίως εν ονόματι του ελληνικού λαού, αλλά δε σύρεται από τη βούληση της κοινής γνώμης*. ∆εν είναι ο αρεστός δικαστής, δεν είναι ο “τιμωρός” δικαστής, αλλά είναι ο δικαστής που αντιστέκεται στον εύκολο καθημερινό λόγο της κοινής γνώμης και διατυπώνει έναν λόγο εγγυητικό των δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου» (σελ. 337).
– «∆ίκαιο τελικά είναι αυτό που ο δικαστής απαγγέλλει ως δίκαιο στη δικαστική του απόφαση» (σελ. 336).
– «Η θεσμική και επίσημη παρέμβαση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας στο ελληνικό δικαστικό σύστημα είναι μία από τις μικρότερες διεθνώς» (σελ. 310).
Πέμπτον: Το Σύνταγμα ορίζει: «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους».
Αυτό το συνταγματικό «μόνο» εφαρμόζουν οι δικαστικοί λειτουργοί, όταν αγνοούν τις επιθέσεις, ύβρεις, διαδηλώσεις, κριτική, απόψεις, διαφόρων αλλά και το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» (Ποιας τάξης; πώς ορίζεται νομικώς και κοινωνικώς;).
* Λέγεται ότι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει για την «κοινή γνώμη»: «The public opinion is formed by the published opinion».
*Πρώην γενικός διευθυντής Οικονομικού ΔΕΗ
