Κύριε διευθυντά
Η μικρή μας κοινωνία με τους 400 περίπου κατοίκους ήταν μια μικρογραφία της τότε ελληνικής υπαίθρου με το 65% του πληθυσμού να ασχολείται με τη γεωργία.
Γενικά ήταν άνθρωποι έξυπνοι, δραστήριοι και εργατικοί. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους που έσφυζαν τότε από ζωή, αλλά με ελάχιστους και όλο και πιο λιγοστούς κατοίκους σήμερα, μπορεί κανείς να μη συναντήσει άνθρωπο από το Κάτω χωριό ως το Επάνω και χωρίς καμιά ανθρώπινη φωνή να του διακόψει τη μοναξιά. Για κάποια στιγμή μπορεί να νομίσει ότι θα αντικρίσει τον μπαρμπα-Νικόλα, τον Δημητράκη, τον Βελιώτη, τον Κρόκο, με τη βροντερή φωνή του, τον Μυλώνη έξω από το μαγαζί του, τον Πωλ με το τσιγγελωτό μουστάκι, τον Καραγιάννη, τον Αγγελή, τον Πρέσα και άλλους, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η ηρωική εκείνη γενιά έφυγε για πάντα. Τα ξεχασμένα χρόνια της νιότης ξανάρχονται στη θύμηση και προβάλλουν σαν νησίδες στην απέραντη θάλασσα της λησμονιάς. Με το άδειασμα του χωριού που συνεχίζεται, δεν ακούγονται πια οι θόρυβοι, τα τραγούδια, τα γλέντια, τα γαυγίσματα των σκυλιών, που έμειναν ελάχιστα και τα κουδουνίσματα των κοπαδιών που επέστρεφαν τα βράδια. Εκτός αν κάποια κοινωνική μεταβολή δημιουργήσει μία ανάστροφη ροή από τις πόλεις στην ύπαιθρο. Εκεί που δεν σταματούσαν άλλοτε οι φωνές και συναντιόνταν τα τραγούδια, τα σφυρίγματα, τα βελάσματα των προβάτων, οι φωνές και τα παιχνίδια των παιδιών-μαθητών, κατασκηνώνει σιγά σιγά η ερημιά και η σιωπή. Ο τόπος γέννησης είναι το σημείο της γης όπου ο καθένας έρχεται στον κόσμο, βλέπει το φως της ζωής, τον ήλιο, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, το περιβάλλον, τη γειτονιά, το χωριό, το μέρος που έζησαν οι γονείς και οι παππούδες του, εκεί όπου ο καθένας προστέθηκε σε άλλους ανθρώπους στην ασίγαστη ροή της αναγέννησης. Η μοίρα σε στέλνει σε άλλους τόπους για να επιβιώσεις, πολύ ή λίγο μακρινούς, αλλά μια νοσταλγία σε δένει πάντοτε με τον τόπο σου. Αυτός ο τόπος είναι το χωριό, η Βελιγοστή Αρκαδίας. Στην παιδική ηλικία ήταν όλος ο κόσμος, με τη φαντασία ότι υπάρχει και κάποιος άλλος κόσμος μακρινός. Τότε ο χρόνος κυλούσε αργά, αλλά οι τελευταίες δεκαετίες πέρασαν γρήγορα. Ο τωρινός, μοναχικός επισκέπτης και περιπατητής πατάει ευλαβικά το χώμα στα χωράφια όπου έζησε, σαν σε χώμα ιερό, κατάσπαρτο από μνήμες, εκεί που οι πρόγονοί του όργωναν, έσπερναν και θέριζαν, σκάλιζαν, έκοβαν ξύλα, έβοσκαν τα ζώα και που τώρα παραμένουν έρημα, μέσα σε άγρια βλάστηση που έχει εξαφανίσει τα σύνορα των χωραφιών. Τα σύνορα, που άλλοτε τα υπερασπίζονταν με πείσμα και κάποιες φορές γίνονταν αιτία προστριβών με αυτούς που τα αμφισβητούσαν. Κάθε άκρη, κάθε δέντρο ξυπνά αναμνήσεις κάθε εποχής που τις αναπολεί ο περιπατητής με τη φαντασία του και προβάλλουν σαν έγχρωμη φωτογραφία στη συνείδησή του… Η διασπορά των κατοίκων και το άδειασμα του χωριού μετά τον Εμφύλιο, στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, τόσο με καταφυγή στην Αθήνα όσο και σε χώρες μακρινές, κυρίως στην Αμερική, τον Καναδά και την Αυστραλία, ξερίζωσε τους νέους από τις εστίες τους και τάραξε βίαια τη συνοχή της κοινωνικής ζωής, αλλά ήταν αναπόφευκτη. Καθένας που φεύγει από τη ζωή παίρνει μαζί του και μια ιστορία και αφήνει στους σύγχρονους και αυτούς που ακολουθούν μια πικρή γεύση της θλίψης και την υπενθύμιση ότι όλα κάποτε τελειώνουν.
Μάθαινα για τον καθένα που έφευγε από τη ζωή, αλλά ήμουν συνήθως μακριά, για να ακούσω την πένθιμη ψαλμωδία και την ίδια στιγμή μετρούσα πόσοι έμειναν ακόμη, με την απειλή της ερήμωσης να γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή.
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Βελιγοστή. Μια τομή στον χρόνο».
*Ψυχίατρος, τέως αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής ΕΚΠΑ
