Κύριε διευθυντά
«Το μάτι είναι το παράθυρο της ψυχής», έλεγε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι. Και έχει ειπωθεί ότι όταν αλλάζουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, τα πράγματα που βλέπουμε αλλάζουν. Κανείς ίσως δεν ενσάρκωσε αυτή την ιδέα πιο ουσιαστικά από τον ίδιο τον Λεονάρντο, ο οποίος όταν ερωτήθηκε για το μυστικό της ιδιοφυΐας του απαντούσε με μια φράση που υιοθέτησε ως προσωπικό του σύνθημα: sapere vedere.
Η φράση –συνδυασμός του sapere («ξέρω πώς») και του vedere («βλέπω»)– δεν υποδηλώνει απλώς την ικανότητα της όρασης, αλλά τη γνώση του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε. Μετατρέπει το «βλέποντας πιστεύω» σε «πιστεύοντας βλέπω» και θυμίζει ότι το βλέμμα δεν είναι ουδέτερο: εκπαιδεύεται ή παραμένει επιφανειακό.
Η διάκριση αυτή είναι σήμερα κρίσιμη για την κατανόηση της ραγδαίας αύξησης της δημιουργίας και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης. Συχνά το φαινόμενο αποδίδεται αποκλειστικά στην απληστία ή στην οργανωμένη απάτη. Ομως το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί είναι συχνά η έλλειψη οπτικής παιδείας.
Σε περιβάλλοντα όπου το βλέμμα παραμένει ακαλλιέργητο, η κρίση μετατοπίζεται από το έργο στο «συμβολικό του περίβλημα»: την υπογραφή, το όνομα, την εντυπωσιακή ιστορία. Το έργο δεν εξετάζεται ως δομή, ποιότητα ή συνέπεια, αλλά ως εικόνα αναγνώρισης. Ετσι, πλαστά έργα δεν χρειάζεται να είναι πειστικά· αρκεί να είναι αναγνωρίσιμα.
Η ίδια αδυναμία παρατηρείται και στη γενικευμένη προτίμηση προς «εύκολα» έργα γνωστών καλλιτεχνών – έργα που δεν απαιτούν χρόνο θέασης ούτε εμβάθυνση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πλαστό προσαρμόζεται ακριβώς στις προσδοκίες ενός βλέμματος που αναζητά επιβεβαίωση, όχι κατανόηση.
Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο όταν αντίστοιχες ελλείψεις εμφανίζονται και σε θεσμικό επίπεδο. Οταν η αξιολόγηση βασίζεται σε αυθεντίες και όχι σε τεκμηρίωση, όταν η δημοσίευση ή η έκθεση εκλαμβάνεται ως εγγύηση, το πλαστό αποκτά μια μορφή σιωπηρής νομιμοποίησης.
Ακόμη και οι συλλέκτες –συχνά με άριστες προθέσεις– κινούνται σε ένα πεδίο ελλιπούς εκπαίδευσης του βλέμματος, εμπιστευόμενοι αφηγήματα αντί για το ίδιο το έργο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να είναι μόνο νομική ή κατασταλτική. Απαιτεί επένδυση στην παιδεία: όχι απλώς στο τι βλέπουμε, αλλά στο πώς μαθαίνουμε να βλέπουμε. Ισως τότε το sapere vedere πάψει να είναι απλώς ένα αναγεννησιακό ιδεώδες και γίνει ξανά αυτό που ήταν για τον Λεονάρντο: πράξη γνώσης και ευθύνης στον σύγχρονο κόσμο της τέχνης.
*Μαθηματικός (BSc) – Πληροφορικός (MSc), Ανεξάρτητος Ερευνητής του έργου του Γ. Σπυρόπουλου, Μέλος του International Catalogue Raisonné Association (ICRA)
