Κύριε διευθυντά
Γεννήθηκα στο Μαλακάσι Καλαμπάκας το 1935. Εφυγα από το ήσυχο και ήρεμο περιβάλλον του παππού και της γιαγιάς, στο Μαλακάσι, μετά το τέλος της πρώτης τάξεως του Γυμνασίου (1948-1949 στα Τρίκαλα) και ήλθα στην κίνηση και τη ζωντάνια, τη σκόνη και τη λάσπη, τα τραγούδια και τα γέλια των μαστόρων (κτιστών) του γειτονικού Αμπελοχωρίου, πατρίδα του πατέρα μου.
Παράδεισος για την ηλικία και τη νοοτροπία μου. Συμμετείχα κι εγώ στο πρόγραμμα των μαστόρων, το οποίο συνοψιζόταν σε τέσσερις λέξεις: «πέτρα, λάσπη και κατσιό» (ξεκούραση), που κατέληγε να μη φτάνω ποτέ στο «κατσιό», γιατί ποτέ δεν τελείωναν οι απαιτήσεις των κτιστών για πέτρα και λάσπη. Πιο πέρα στην αυλή, τα εξαδέλφια μου, σε μια καθημερινή ολοήμερη εργασία, ετοίμαζαν με το χειροπρίονο τα ξύλινα μαδέρια και τα σανίδια για το καινούργιο σπίτι που έκτιζαν.
Στο τέλος της ημέρας και όσο ακόμα υπήρχε φως, έπαιζα με φίλους στην πλατεία του Αμπελοχωρίου… Εκεί στην πλατεία και στα τέσσερα καφενεία του χωριού έλυναν οι Αμπελοχωρίτες, με ζωηρές λογομαχίες, τα πολιτικά ζητήματα της Ελλάδος και της υφηλίου… Η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη, αλλά δεν λησμονούσαμε ότι ήταν αρκετές οι οικογένειες που είχαν μέλη τους εκτοπισμένα στα Γιούρα και αλλού, επειδή υπήρχε εμφύλιος σπαραγμός.
Οταν επέστρεφα το βράδυ στο σπίτι της θείας Αλεξάνδρας, ακολουθούσε το βραδινό φαγητό και στη συνέχεια τη σκυτάλη έπαιρνε ο μπάρμπα Ηλίας (σύζυγος της Αλεξάνδρας), ο οποίος ξεκινούσε το «μικρόν και μέγα απόδειπνον» με πάντα πρωτότυπες, ξεκαρδιστικές ιστορίες που σατίριζαν όλες και όλους που αναφέραμε στη συζήτησή μας…
Ισως φανεί παράξενο, αλλά πηγαίνοντας σχολείο, ως μαθητής Γυμνασίου, διασκέδαζα. Εστω και υπό τις στενάχωρες συνθήκες κατοικίας, προτιμούσα η καλοκαιρινή απομάκρυνση από τις σχολικές αίθουσες να μη διαρκούσε περισσότερο από 15 ημέρες. Ούτως ή άλλως, οι ελεύθερες ώρες μετά το τέλος των μαθημάτων της ημέρας ήταν πολλές και υπεραρκετές για παιγνίδια και άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες.
Μετά το παιγνίδι κάποτε κάποτε ένιωθα κουρασμένος. Ποτέ όμως δεν χρειάσθηκα χρόνο για ανάπαυση μετά τα μαθήματα του σχολείου ή ύστερα από μελέτη προετοιμασίας. Αυτό συνέβαινε επειδή σκεπτόμουν ότι εγκαταλείποντας τη σχολική αίθουσα δεν με περίμενε κάποιο άνετο και ευχάριστο περιβάλλον στη μονόχωρη νοικιασμένη κατοικία μας, που στέγαζε την πενταμελή μας οικογένεια. Αυτές τις εξηγήσεις δίδω τώρα 75-80 χρόνια αργότερα. Τότε ποτέ δεν δυσανασχέτησα. Ούτε από τη μάνα, ούτε από τις δύο αδελφές μου θυμάμαι να έχω ακούσει παράπονα. Γνωρίζαμε ότι οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα ήταν ελάχιστες λόγω του εμφυλίου πολέμου και προσαρμοζόμασταν. Ο παππούς και η γιαγιά ποτέ δεν εγκατέλειψαν το Μαλακάσι, κατά την εμφύλια σύρραξη. Επέζησαν χάρη στα οικόσιτα ζώα που συντηρούσαν.
ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Η καρυδιά με τους νουμάδες»
*Καρδιοχειρουργός
