Κύριε διευθυντά
Κάθε γιατρός γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει «κοινωνικό περιστατικό». Είναι τα περιστατικά εκείνα που ιατρικά δεν χρειάζονται άλλη νοσηλεία, δεν κινδυνεύουν άμεσα, δεν απαιτούν κάποια εξειδικευμένη θεραπεία. Κι όμως… δεν έχουν πού να πάνε. Κανείς δεν τους περιμένει σπίτι. Κανείς δεν τους θέλει πίσω.
Είναι η γιαγιά που ο γιος της ζει μόνιμα στο Λονδίνο και η κόρη της εργάζεται στην Ολλανδία. Είναι ο παππούς που έχουν πεθάνει όλα τα παιδιά του, ή δεν απέκτησε ποτέ. Είναι η θεία ή ο θείος από την επαρχία που δεν υπάρχουν αρκετοί κοντινοί συγγενείς για να αναλάβουν τη φροντίδα του. Είναι ο παππούς που έχει μαλώσει με τα παιδιά του και εκείνα δεν θέλουν πια να τον δουν. Είναι ο αλκοολικός που τον έχουν διώξει όλοι γιατί δεν αντέχουν άλλο. Είναι ο πρώην χρήστης που ούτε η ίδια του η οικογένεια δεν μπορεί πια να διαχειριστεί.
Αυτοί οι άνθρωποι μένουν στα νοσοκομεία όχι επειδή πάσχουν από κάποια οξεία νόσο, αλλά επειδή δεν υπάρχει καμία δομή να τους υποδεχθεί. Ενα δεκαήμερο, δύο δεκαήμερα, ένα μήνα, δύο μήνες… μέχρι να βρεθεί λύση ή μέχρι να αφεθούν τελικά στην τύχη τους.
Κι εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη πληγή του συστήματος πρόνοιας στη χώρα μας.
Τα δημόσια γηροκομεία είναι ελάχιστα και τα περισσότερα έχουν λίστα αναμονής που διαρκεί μήνες ή και χρόνια. Τα λίγα δημόσια ή συμβεβλημένα με τον ΕΟΠΥΥ ιδρύματα έχουν ελάχιστες κενές θέσεις. Τα ιδιωτικά γηροκομεία, όσο καλοπροαίρετα κι αν είναι, είναι πανάκριβα – απλησίαστα για τους περισσότερους ανθρώπους που πραγματικά έχουν ανάγκη.
Οσο για τις ειδικές δομές για αλκοολικούς, πρώην χρήστες ή ανθρώπους με σοβαρές κοινωνικές δυσκολίες; Τα κρεβάτια είναι ελάχιστα. Τόσο λίγα, που στην πραγματικότητα αυτά τα περιστατικά περιμένουν… να πεθάνει κάποιος άλλος για να απελευθερωθεί μια θέση.
Την ίδια ώρα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι δομές φροντίδας πολλαπλασιάζονται. Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο: πολλές δομές κλείνουν, υπολειτουργούν ή μένουν χωρίς προσωπικό. Το Γηροκομείο Αθηνών –κάποτε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο γνωστά ιδρύματα– σήμερα υπολειτουργεί. Η Εκκλησία προσπαθεί, μέσα από προγράμματα όπως η «Βοήθεια στο Σπίτι», αλλά η προσπάθεια αυτή είναι κυριολεκτικά μια σταγόνα στον ωκεανό.
Και έτσι, πίσω από τις κλειστές πόρτες των θαλάμων, υπάρχουν άνθρωποι που ουσιαστικά περιμένουν να περάσουν στην άλλη ζωή. Οχι επειδή δεν υπάρχει ιατρική λύση για την κατάστασή τους, αλλά επειδή δεν υπάρχει κοινωνική λύση για την ύπαρξή τους.
Αυτά τα κοινωνικά περιστατικά είναι ο καθρέφτης μας ως χώρα. Είναι η απόδειξη ότι όσοι κάποτε εργάστηκαν, πάλεψαν, πρόσφεραν και στήριξαν την κοινωνία μας, αφήνονται σήμερα μόνοι, χωρίς δομές, χωρίς φροντίδα, χωρίς προοπτική.
Και η ερώτηση είναι μία:
Σε μια οργανωμένη πολιτεία, επιτρέπεται άνθρωποι να μένουν στο νοσοκομείο μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν κανέναν;
*Ιατρός ΕΣΥ
