Κύριε διευθυντά
Σ’ ένα παλαιό κείμενό του (26 ∆εκεμβρίου 2021) ο πολύ καλός συνεργάτης της «Καθημερινής» Τάκης Θεοδωρόπουλος αναρωτιόταν γιατί οι Ελληνες δεν μαθαίνουν Ιστορία. Ενα άρθρο όπου ο συγγραφέας κάνει μια αυτοψία σε κάποια κείμενα που περιέχονται στα βιβλία της Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου και προσδιορίζει βασικά σημεία, που θα έπρεπε αν μη τι άλλο να ξαναγραφούν.
Δεν ξέρω τι έγινε στο μεταξύ, εγώ πάντως το είχα φυλάξει αυτό το απόκομμα στο αρχείο μου κι ας έχουν περάσει τέσσερα χρόνια.
Το ξαναθυμήθηκα λίγες μέρες πριν, όταν ταξινομώντας τη βιβλιοθήκη ενός αγαπημένου συγγενούς που έφυγε πριν λίγο από τη ζωή, ανακάλυψα δύο μικρά βιβλιαράκια που είχαν εκδοθεί στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το πρώτο με τίτλο «Η διδακτική της Ιστορίας» του Χρίστου Μπούκουρα, επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων, απευθύνεται στα παιδιά του δημοτικού.
Στόχος του, όπως γράφει, είναι «η συγκέντρωσις πάσης διδασκαλίας εν τω δημοτικώ σχολείω. Φυσιογνωστικής, Γεωγραφικής, Θρησκευτικής κ.λπ. περί την Ιστορική διδασκαλίαν, το κατ’ εξοχήν φρονηματιστικόν μάθημα».
Σαν παράδειγμα, διαλέγει την ιστορία του Ηρακλή. Ενα πανέμορφο παραμύθι που τελειώνει με τα λόγια «Ελεύθεροι πια ο Ηρακλής και η Αλκηστη εγκαταλείπουν τον Αδη, αφού νίκησαν τον Κέρβερο κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.
Τα παιδιά της μόλις την είδαν βγάζουν όλα μια χαρούμενη φωνή “η μάνα μας, η μάνα μας” και τρέχουν όλα απάνω της.
Κι ο Ηρακλής στηριγμένος στον τοίχο και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος απολαμβάνει την ευλογία των καλών του φίλων Αδμητου και Αλκηστης».
Μια αφήγηση που με παρέσυρε κι εμένα, ακόμη και σήμερα.
Το δεύτερο βιβλιαράκι με τίτλο αυτή τη φορά «Πώς διδάσκεται η Ιστορία κατά το σχολείον μετά υποδειγματικών διδασκαλιών και σχεδίων» του καθηγητή Αντωνίου Α. Τσιρίμπα του 1932 είναι περισσότερο αναλυτικό, αναφέρεται στα προβλήματα που είχαν απασχολήσει τότε τη διδασκαλία του μαθήματος από την άποψη του περιεχομένου της διάταξης της ύλης, από την πλευρά της ψυχολογίας, της διδακτικής, λογοτεχνικής, γλωσσικής, καθώς και στην απαραίτητη συμπληρωματική γνώση από μονογραφίες και ιστορικά βιβλία.
Στέκομαι σ’ ένα σημείο: «Οι πληροφορίες να είναι τοιαύται ώστε να παραλείπονται τελείως αι κρίσεις, οι χαρακτηρισμοί προσώπων, γεγονότων, περιόδων» έτσι που οι ιστορικές αλήθειες και τα ιστορικά συμπεράσματα να εξάγονται συνειδητά ή ασυνείδητα με την αυτενέργεια και την πρωτοβουλία των ίδιων των μαθητών.
Από τότε έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια, αλλά τα βιβλία της Ιστορίας παραμένουν τα ίδια, μόνο που έχουν αποκτήσει έγχρωμη εικονογράφηση (την αισθητική τους εμφάνιση προτιμώ να μην την κρίνω).
Κι όμως ακόμη και σήμερα, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στον τρόπο που γράφεται και διδάσκεται η Ιστορία. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προσπαθεί (προσπαθεί;) ν’ αλλάξει ανελέητα αργά.
Θα κλείσω αντιγράφοντας από την εισαγωγική ομιλία του Παύλου Γερουλάνου, στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της Αρτεμης Σκουμπουρδή, λίγα λόγια.
«Από τα δώδεκα χρόνια που μαθαίνουμε Ιστορία στο σχολείο, ας αφιερώσουμε δύο να μαθαίνουμε στα παιδιά μας την ιστορία της ελληνικής δημιουργίας.
Και αντί να τα μαθαίνουμε κατακερματισμένα σε περιόδους, να τα μαθαίνουμε σε διαχρονικές θεματικές: Τέχνες και Λογοτεχνία, Ερευνα και Επιστήμες, Εθιμα και Παραδόσεις, Εμπόριο και Επιχειρηματικότητα.
Για να μάθουμε ποιοι είμαστε, μέσα από το τι αφήνουμε στα παιδιά μας».
Κι αν επιχειρούσες, Παύλο Γερουλάνε, να έγραφες ένα μικρό εγχειρίδιο με βάση την εισαγωγή που έκανες στο βιβλίο της Α. Σκουμπουρδή;
Οι δημόσιες θέσεις σου έχουν σίγουρα πολλές απαιτήσεις, όμως αν καταφέρεις να ξεκλέψεις λίγες ώρες θα ήταν σίγουρα πολύ σημαντικές και θα άφηναν ένα αποτύπωμα που η παιδεία μας και το μάθημα της Ιστορίας το έχουν ανάγκη.
*Ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ
