Κύριε διευθυντά
Ντάλα μεσημέρι κάθομαι στη στάση του τρόλεϊ στο Παγκράτι. Ζωντανή γειτονιά, ο κόσμος πάει κι έρχεται. Γύρω μας είναι μόνο κάποια νεκρά καταστήματα, που «αυτοκτόνησαν» κατά τη διάρκεια της κρίσης και παρόλο που έκτοτε ψάλαμε μπόλικα «Χριστός Ανέστη…» και θα συνεχίσουμε για λίγο ακόμη μέχρι την Ανάληψη, η σήψη τους συνεχίζεται. Η άλλοτε πλούσια σε εμπορεύματα πρόσοψή τους δεν διακρίνεται από τα τατουάζ με τα οποία την έχουμε καλλωπίσει εμείς οι μοντέρνοι σε μια παραλλαγή παραπετάσματος. Οι κουτσουλιές των επίμονων περιστεριών έχουν φτιάξει κι αυτές ένα πρόχειρο ανάχωμα μπροστά από την πόρτα τους για να μην τολμήσει ο ταχυδρόμος να σπρώξει τίποτ’ άλλους λογαριασμούς και ειδοποιητήρια απ’ τη χαραμάδα. Τα άλλοτε καλλωπιστικά μάρμαρα έτσι σπασμένα που είναι δεν θυμίζουν καμία ένδοξη μάχη, «καμία ψυχή της Σαλαμίνος» εκείνου του ∆ιγενή στ’ αλώνια, ίσως μόνο κάποιους τυμβωρύχους.
Το βλέμμα απ’ το παγκάκι της στάσης αναζητά κάποια διέξοδο από τη μέγγενη του στενού δρόμου κι ανυψώνεται. Κοιτάει γύρω γύρω πάλι τις παραπαίουσες ορθομαρμαρώσεις, τους χάσκοντες σοβάδες και τα ξεδοντιασμένα ρήγματα στα μπαλκόνια. Ενστικτωδώς τα χέρια υψώνονται προστατευτικά πάνω από το κεφάλι μη μας βρει κι εμάς καμιά Πατρινή κατραπακιά (ή μήπως σαν άλλο προκαταβολικό μοιρολόι;). Στέκεται δε κάποια στιγμή στον τσίτσιδο ένοικο του απέναντι ορόφου που απολαμβάνει τον ήλιο μέσα στη βελούδινη δερματί πολυθρόνα του με την οποία έχει γίνει κι αυτός ένα σε μια άλλη παραλλαγή.
Με διέκοψε στ’ ακουστικά μου η είδηση για τη σύλληψη κάποιων καλλίπυγων χορευτριών, που είπαν ν’ αναδείξουν με τα κάλλη τους και τις τσαχπινιές τους τα μνημεία της Κέρκυρας. Το έγκλημα είναι η προσβολή αρχαιολογικών χώρων, αλλά λέει και «η υποβάθμιση του περιβάλλοντος». Και να, σε αυτό το τελευταίο η καρδιά μου σκίρτησε, η ελπίδα, που πεθαίνει πάντα τελευταία, πήρε τα πάνω της ότι μπορεί λοιπόν να υπάρξει λύση γι’ αυτή τη γειτονιά της πρωτεύουσας και, ως καλός οιωνός, το τρόλεϊ έφτασε στην ώρα του.
