
Κύριε διευθυντά
Υπάρχει μια κατηγορία συνανθρώπων μας, οι οποίοι, τρεχόντως, διανύουν την ευτυχέστερη περίοδο της ζωής τους. Αυτό, ετησίως. Είναι οι «επίμονοι κηπουροί» της δοξαστικής υπαίθριας καλλιέργειας των λαχανοκηπευτικών. Αυτοί που θάλπουν και «διακονούν ως εν ναώ» το θαύμα της ελληνικής βιοποικιλότητας, που προάγει το ελληνικό καλοκαίρι σε γαστρονομικό παράδεισο. Ολα έχουν γίνει σωστά και στην ώρα τους. Τα σποράκια είχαν, προ πολλού, σπαρεί και τα εύρωστα νεογνά φυτάδια, πρόσφατα φυτευτεί. Οπως, εννοείται, και τα δικά μου. Σε όσους κάνουν το ίδιο εύχομαι καλή επιτυχία και καλοφάγωτοι οι καρποί των κόπων τους. Είχα παλαιότερα εμπλακεί στο κίνημα «Slow Food», η βασική φιλοσοφία του οποίου συνίσταται στην αρχή ότι η τροφή μας πρέπει να είναι (ταυτοχρόνως): Good, Clean and Fair – Καλή (γευστική), Καθαρή (υγιεινή) και ∆ίκαιη (δηλαδή καλοπληρωμένη). Με οδηγό το παραπάνω τρίπτυχο γράφονται και οι σκέψεις που ακολουθούν:
Η χώρα μας και πληθυσμιακά, αλλά κυρίως λόγω της μοναδικής κλιματικής προνομίας, είναι σε θέση να επιλέξει μεταξύ τής, μεγάλης κλίμακας, μονοκαλλιέργειας εντατικής εκμετάλλευσης και της μικροκαλλιέργειας, βιώσιμης, γεωργίας.
Από τις σημειώσεις μου παλαιότερης ομιλίας του εθνοβιολόγου Παύλου Γεωργιάδη, αντλώ τα παρακάτω ολέθρια στοιχεία του επικρατούντος γεωδιατροφικού μοντέλου του πλανήτη μας: η αγροτική παραγωγή χρησιμοποιεί το 24% των υδάτινων πόρων της Ευρώπης, με το ποσοστό να φτάνει ώς και το 80% στις χώρες του Νότου. Σήμερα, το 75% της παγκόσμιας διατροφής βασίζεται σε μόνο 12 φυτικά και 5 ζωικά είδη. Μέσα σε περίπου έναν αιώνα έχει χαθεί το 75% της γενετικής ποικιλομορφίας των φυτών, ενώ σε ποσοστό 30% οι ζωικές ράτσες απειλούνται με εξαφάνιση. Κατά τις (μόλις) τελευταίες δεκαετίες χάθηκαν οι ντόπιες φυτικές μας ποικιλίες. Το αποτέλεσμα: αντί η ελληνική γεωργία να είναι υπόδειγμα ποιότητας, ποικιλίας, εποχικότητας, υγιεινής διατροφής, μια μπουτίκ θα λέγαμε, σήμερα εισάγουμε το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων μας.
Ενα από τα λίγα πράγματα που μπορούν να μας ενώσουν είναι η ελληνική τροφή. Η θρέψη, ειδικότερα, που σέβεται τη μνήμη, τον πολιτισμό, τον άνθρωπο και τη γη, και που επανέρχεται ως πανάρχαιο αρχετυπικό στοιχείο της ύπαρξής μας. Τη θρέψη που υμνεί τη μυρωδιά και τη γεύση που αναδίδουν τα εποχικά προϊόντα. Εξαίρει τον συνδυασμό τους στην ελληνική μαγειρική πανδαισία. Προσέχει την ποσότητα, τον τόπο και τον χρόνο του γεύματος και ό,τι συμβαίνει κατά τη διάρκειά του. Είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, υπάρχει, για τον μέσο καταναλωτή, ένα έλλειμμα ενημέρωσης, συναίσθησης ή/και έλλειψης ενδιαφέροντος. Εχουμε γίνει μια κοινωνία που επενδύει πάρα πολύ λίγο χρόνο και σκέψη για το υγιεινό, οικολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα της διατροφής της. Και πως δεν σκεφτόμαστε καν τι βάζουμε στο πιάτο μας.
Σήμερα η διατροφή αποτελεί πεδίο μιας θηριώδους βιομηχανίας που καταστρέφει το περιβάλλον, αντιμετωπίζει τα ζώα ως αντικείμενα και εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους που δουλεύουν στον κύκλο παραγωγής της τροφής.
Το φαγητό ακριβοπληρώνεται, η ποιότητά του υποβαθμίζεται. Από θρεπτικό, ζωτικό υπαρξιακό στοιχείο εξελίσσεται σε νοσογόνο παράγοντα, μετατρέπεται σε μαζικό προϊόν, με χαρακτηριστικά άκρατης τυποποίησης, αποξένωσης, αποκλεισμού και επίδειξης.
Κλείνω με μια θέση περί διατροφής που, συν τω χρόνω, έχω διαμορφώσει σε επίπεδο διαπιστώσεων και αρχών: Οσο λίγα χρήματα και να πληρώσουμε για μια κακή τροφή, είναι πολλά. Οσο πολλά, για μια καλή τροφή, είναι λίγα.
*Βούλα
