Κύριε διευθυντά
Στο φύλλο της 15ης Μαΐου ο εκλεκτός συνεργάτης σας κ. Μιχ. Τσιντσίνης προβαίνει στο κείμενό του υπό τον τίτλο «Μαγκρίτ» σ’ ένα σχολιασμό του ζητήματος της ακρίβειας που είναι εφικτή στην προσέγγιση φαινομένων που προξενούν την απορία ή την αμφιβολία των παρατηρητών. Επ’ αυτού χωρούν πολλά, αλλά θα περιοριστώ σε δύο μόνο αναφορές, μια εμπειρικού και μια άλλη θεωρητικού χαρακτήρα.
Ερωτώμενος κάποτε μετ’ επιμονής στη Μακρόνησο ο αείμνηστος φιλόσοφος Κωνσταντίνος ∆εσποτόπουλος και πιεζόμενος να απαντήσει με ένα ξεκάθαρο «ναι ή ου» αν ήταν κομμουνιστής, αποκρίθηκε μετ’ ευτραπελίας που εκνεύρισε τον ανακριτή του, ότι στο «ναι απαντά ου, και στο ου ναι». «Μετά με καταδίωξε τρέχοντας», σχολίαζε χαριτολογώντας ο διανοητής, «αλλά δεν με έφτασε, καθότι ήμουν ταχύς».
Από θεωρητικότερης σκοπιάς, αξίζει αντί πολλών να σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια εφιστά την προσοχή στη φύση των υπό διερεύνηση ζητημάτων. Η ακρίβεια των αποκρίσεων είναι τόση όση «η φύση του πράγματος επιδέχεται», σημειώνει ο Σταγειρίτης. Προσθέτει δε υπαινικτικά, ότι «κάθε νοήμων ή πεπαιδευμένος άνθρωπος το αντιλαμβάνεται αυτό». Παραθέτω το χωρίο, που έχει νομίζω μεγάλη σημασία, γενικότερα: «Πεπαιδευμένου γάρ εστιν επί τοσούτον τακριβές επιζητείν καθ’ έκαστον γένος, εφ’ όσον η του πράγματος φύσις επιδέχεται» (Ηθ. Νικ., 1094 b 23-25).
*Ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ
