
Κύριε διευθυντά
Με καθυστέρηση κάποιων χρόνων και κατόπιν ευρωπαϊκής απαίτησης, η ελληνική πλευρά συγκατένευσε να χωροθετήσει πρόσφατα τον θαλάσσιο χώρο της εκδίδοντας και δημοσιεύοντας σχετικούς χάρτες. Η κίνηση αυτή, αν και επιβεβλημένη από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αναμφισβήτητα αποτελεί απάντηση στις χαρτογραφήσεις περί «Γαλάζιας Πατρίδας» της τουρκικής πλευράς, ενώ, ταυτόχρονα, προοιωνίζεται την επίλυση των θαλάσσιων διαφορών μας με τη γείτονα ενώπιον του ∆ικαστηρίου της Χάγης.
Κι όμως οι χάρτες ανέκαθεν αποτελούσαν εργαλείο της διπλωματίας για την επίτευξη εθνικών επιδιώξεων – κυρίως στο πλαίσιο του φλεγόμενου εθνικισμού του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όταν τέθηκε επί τάπητος η δημιουργία νέων ή η επέκταση των ήδη υφιστάμενων εθνικών κρατών. Την περίοδο αυτή απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η παραγωγή «εθνογραφικών» χαρτών στις τρεις βαλκανικές χώρες, Σερβία, Βουλγαρία και Ελλάδα, με επίκεντρο τις εδαφικές διεκδικήσεις στη γη της Μακεδονίας, «μήλον της Εριδος» για τα τρία ανεξάρτητα εθνικά κράτη-ηγεμονίες στο κατώφλι των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913.
Η εμπλοκή και του ελληνικού βασιλείου στις διάφορες αναταράξεις που προκαλούσε τότε το Ανατολικό Ζήτημα, δηλαδή οι προσπάθειες των εθνικών κρατών και των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής να αποσπάσουν από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία τα ευρωπαϊκά της εδάφη, ήταν δεδομένη, καθώς στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η «Μεγάλη Ιδέα» γνώριζε διάδοση.
Στο πλαίσιο των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων κατά την περίοδο της κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος, 1877-1878, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλογραφία του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου με τον διάσημο Γερμανό χαρτογράφο Χάινριχ Κίπερτ (1818-1899). Ο Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του αθηναϊκού «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», του οποίου ο ίδιος αποτελούσε μέλος, έπεισε τον Γερμανό χαρτογράφο να σχεδιάσει χάρτες που αποτύπωναν τις ελληνικές ιστορικές χώρες Θεσσαλία, Μακεδονία, Ηπειρο και Θράκη, οι οποίες δεν είχαν ακόμη συμπεριληφθεί στον εθνικό κορμό και βρίσκονταν τότε στο στόχαστρο του ελληνικού εθνικισμού.
Είναι γεγονός ότι οι χάρτες αυτοί, που αποτύπωναν γεωγραφικά την «ελληνική ιστορικότητα» στη βάση της αρχής prior tempore, fortior iure (κατά τον Σπύρο Βρυώνη, «όσο αρχαιότερη αποδεικνυόταν η ιστορική παρουσία ενός λαού στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία και τα πολιτισμικά του μνημεία, τόσο ισχυρότερες θα έπρεπε να είναι και οι εδαφικές και πολιτικές αξιώσεις του λαού αυτού»), ευνόησαν τις ελληνικές διεκδικήσεις στο Συνέδριο του Βερολίνου (1881), όπου κατακυρώθηκαν στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Αρτας.
Ζώντας σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον και σε μια ιδιαίτερα «εύφλεκτη» γειτονιά, η ελληνική διπλωματία επιστρατεύει κάθε πρόσφορο μέσο για την αποτροπή των κινδύνων. Από τη στιγμή που η «πολιτική των ήρεμων νερών» δεν φαίνεται να φέρνει ουσιαστικό αποτέλεσμα στη διευθέτηση των διαφορών μας με την αναθεωρητική Τουρκία, η αποσαφήνιση των ελληνικών δικαιωμάτων επί του εδάφους και της θαλάσσης φαντάζει επιβεβλημένη. Η ελληνική διπλωματία είναι καιρός να πάψει να είναι φοβική και να απεγκλωβιστεί από την ασφυκτική πίεση που της ασκεί τα τελευταία πολλά χρόνια ο Οθωμανός σουλτάνος και οι «πρόθυμοι» συνοδοιπόροι του…
*Φιλόλογος-διδάκτωρ Ιστορίας ΑΠΘ
