Ολοι λίγο-πολύ έχουν ακούσει ή γνωρίζουν σε μεγαλύτερο βάθος τις περίφημες «Τέσσερις Εποχές» του Αντόνιο Βιβάλντι και ιδιαίτερα την «Ανοιξη», τη σύνθεση-υπογραφή του μεγάλου Ιταλού μουσικού. Πολύ λιγότεροι, ωστόσο, ξέρουν πού βρισκόταν και εν μέσω ποιων συνθηκών δημιούργησε αυτά τα αθάνατα έργα. Από πού άντλησε έμπνευση; Ποιοι ήταν οι πρώτοι που τα ερμήνευσαν και ποιοι τα άκουσαν; Μια (έστω) μερικώς μυθοπλαστική εκδοχή της ιστορίας έρχεται να δώσει το «Primavera», η καινούργια ταινία του σκηνοθέτη όπερας Νταμιάνο Μικελέτο, που κυκλοφορεί εδώ και μερικές ημέρες στις αίθουσες. Το φιλμ μάς μεταφέρει νοητά στη Βενετία του 1716, όπου παρακολουθούμε την Τσετσίλια, μια νεαρή τρόφιμο ενός μεγάλου ορφανοτροφείου της πόλης, το οποίο διατηρεί και γυναικεία ορχήστρα. Οταν τη διεύθυνσή της θα αναλάβει ο νεοφερμένος Βιβάλντι, γρήγορα θα ξεχωρίσει το ταλέντο της κοπέλας στο βιολί και θα την ενθαρρύνει να το αναπτύξει. Παράλληλα, εκείνος συνθέτει μερικά από τα κλασικά αριστουργήματά του.
«Εχοντας δουλέψει κυρίως στην όπερα, ήξερα ότι η μουσική θα ήταν βασικό υλικό της αφήγησης. Επίσης κατάγομαι από τη Βενετία, οπότε έχω ισχυρό δεσμό με την πόλη, όπως και με τον Βιβάλντι. Με ενέπνευσε το γεγονός ότι εκείνος υπήρξε δάσκαλος σε ορφανοτροφείο, οπότε αποφάσισα να αφηγηθώ την ιστορία αυτών των δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων που συναντιούνται στο συγκεκριμένο μέρος, έχοντας όμως το κοινό πάθος για την μουσική. Εξαρχής είπα στον εαυτό μου ότι αυτή δεν είναι μια ιστορία αγάπης», μας λέει ο Νταμιάνο Μικελέτο, όταν τον ρωτάμε σχετικά με την αφετηρία της ταινίας.
Ποιο είναι όμως το ιστορικό πλαίσιο πίσω από τον (επινοημένο) χαρακτήρα της Τσετσίλια; «Εκείνη την εποχή η Βενετία ήταν μια πολυεθνική πόλη, με αρκετή πορνεία και πολλά παιδιά που εγκαταλείπονταν. Από τα ορφανοτροφεία συνήθως τα αγόρια στέλνονταν για δουλειά στα ναυπηγεία του Αρσενάλε, αλλά για τα κορίτσια υπήρχαν οι ορχήστρες, οι οποίες μάλιστα είχαν και ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε μία από αυτές κατέληξε να διευθύνει μια μουσική ιδιοφυΐα όπως ο Βιβάλντι. Και για εκείνον βέβαια υπήρχε όφελος πέρα από τα χρήματα της διδασκαλίας, αφού ταυτόχρονα είχε στη διάθεσή του δωρεάν μια ορχήστρα για να τη χρησιμοποιεί όπως ήθελε».
Η όπερα ανήκει όντως στο παρελθόν, υπό την έννοια ότι έχει γραφτεί στο παρελθόν και αποτελεί προϊόν της εποχής της. Από την άλλη, αυτά τα αριστουργήματα θεωρούνται κλασικά ακριβώς επειδή μας «μιλούν» και στο σήμερα.
Η ίδια η ιστορία του Βιβάλντι έχει επίσης ενδιαφέρον, αφού παρότι αρκετά γνωστός και επιτυχημένος στην εποχή του, ο Ιταλός συνθέτης έμεινε στη συνέχεια «ξεχασμένος» για δύο ολόκληρους αιώνες. «Αυτή μπορεί να είναι υπόθεση μιας άλλης ταινίας», σημειώνει γελώντας ο Μικελέτο και συνεχίζει: «Πράγματι η μουσική του Βιβάλντι ανακαλύφθηκε ξανά εντελώς αναπάντεχα. Κάποια εκκλησία του Τορίνο χρειαζόταν χρήματα και αναγκάστηκε να πουλήσει κάποια παλιά βιβλία και παρτιτούρες. Ετσι βγήκαν στην επιφάνεια τα χειρόγραφα και έγινε η αναγέννηση του Βιβάλντι».
Στην ταινία βλέπουμε το κοινό που παρακολουθεί τις συναυλίες της γυναικείας ορχήστρας, έστω και αν αυτή παίζει πίσω από παραπετάσματα, να συγκινείται βαθιά, ενώ πολλοί δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Οι αντιδράσεις τους μοιάζουν με αυτές που θα δει κάποιος στις πρώτες σειρές, π.χ., μιας ποπ συναυλίας κάποιου δημοφιλούς καλλιτέχνη. Οταν το επισημαίνω στον συνομιλητή μου, μαζί με τα διαβόητα σχόλια του Τιμοτέ Σαλαμέ περί όπερας και μπαλέτου, η απάντησή του είναι ιδιαίτερα ψύχραιμη: «Η όπερα ανήκει όντως στο παρελθόν, υπό την έννοια ότι έχει γραφτεί στο παρελθόν και αποτελεί προϊόν της εποχής της. Από την άλλη, όπως και η κλασική λογοτεχνία, αυτά τα αριστουργήματα θεωρούνται κλασικά ακριβώς επειδή μας “μιλούν” και στο σήμερα. Από εμάς εξαρτάται να τα ανακαλύψουμε και να τα απολαύσουμε, όπως έγινε με τα έργα του Βιβάλντι. Και φυσικά δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα εάν τα παιδιά μου προτιμούν μια ποπ συναυλία από την όπερα. Ούτως ή άλλως, η όπερα είναι ίσως κάτι που θα εξερευνήσεις σε μια πιο ώριμη φάση, λόγω της πιο περίπλοκης γλώσσας και των νοημάτων της», υπογραμμίζει ο Μικελέτο.
Ο ίδιος έχει σκηνοθετήσει επιτυχημένες παραστάσεις από τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι την Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης, ενώ πρόσφατα διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής της τελετής έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στην Ιταλία· παρ’ όλα αυτά, η «Primavera» ήταν η πρώτη του κινηματογραφική σκηνοθεσία. «Είναι εντελώς διαφορετική δουλειά. Εδώ υπάρχει η οπτική της κάμερας. Στο θέατρο η οπτική είναι το ίδιο το… θέατρο, το κάδρο δεν αλλάζει. Μπορείς μόνο να αλλάξεις όσα συμβαίνουν μέσα του. Επίσης είναι εντελώς διαφορετική η δουλειά με τους ηθοποιούς ή τους τραγουδιστές. Ηθελα όμως πολύ να πάρω το ρίσκο και να βγω από τη βολή μου, οπότε έκανα την ταινία», καταλήγει ο Μικελέτο.

