«Η γυναίκα μου λέει ότι αν δεν είχα νοσηλευτεί στο Γέιλ, θα είχα πεθάνει», λέει στην «Κ» ο Ρίτσαρντ Σάτον, καθηγητής Ιατρικής στο Τμήμα Λοιμωδών Νοσημάτων στην Ιατρική Σχολή του Γέιλ. Ο ίδιος δεν είχε φανταστεί ποτέ πως από καθηγητής και ερευνητής θα επέστρεφε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο ως ασθενής και μάλιστα σε κωματώδη κατάσταση.
Ηταν το 2008 όταν πρωτοεντάχθηκε στο διδακτικό προσωπικό της Ιατρικής Σχολής του Γέιλ ως αναπληρωτής καθηγητής, με το εργαστήριο του να είναι ακριβώς απέναντι από την είσοδο του νοσοκομείου. Εκεί ο Σάτον και η ομάδα του έτρεξαν πολυεπίπεδες έρευνες σχετικές με τα λοιμώδη νοσήματα και την παθολογία. Μέχρι που στις 15 Απριλίου του 2022, και ενώ ο ίδιος είχε ξεκινήσει για το Γέιλ με το ποδήλατο, μαθητές του είδαν να περνά την πόρτα ένα ασθενοφόρο, το οποίο όπως διαπίστωσαν μετέφερε τον καθηγητή τους στο Yale New Haven Hospital. Τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο.

Oπως είχε περιγράψει σε συνέντευξή του στο Oxford University Press, από τη σύγκρουση με το διερχόμενο όχημα, που είχε ως αποτέλεσμα να τιναχτεί στον αέρα και να πέσει με το κεφάλι στο έδαφος, έπαθε καρδιακή ανακοπή δύο φορές και χρειάστηκε να του γίνει απινίδωση και ανάνηψη με καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και επινεφρίνη. Σταθεροποιήθηκε στο τμήμα επειγόντων του Γέιλ, αλλά παρέμεινε σε κώμα έχοντας πολλαπλές ενδοκρανιακές αιμορραγίες και όχι μόνο.
Υστερα από τρεις μήνες ο κ. Σάτον ξύπνησε σε άλλο νοσοκομείο. «Οταν άνοιξα τα μάτια μου και έμαθα πως επανήλθα στη ζωή δύο φορές, σκέφτηκα περισσότερο ως άνθρωπος παρά ως γιατρός. Ημουν πολύ μπερδεμένος για το τι μου συμβαίνει. Υστερα από λίγο έμαθα πως οι γιατροί είπαν στη σύζυγό μου ότι θα περνούσα το υπόλοιπο της ζωής μου σε οίκο ευγηρίας. Επίσης είχα διπλωπία που σταδιακά υποχώρησε», αναφέρει ο ίδιος στην «Κ».
«Ως ασθενής μερικές φορές απογοητεύτηκα»
Το γεγονός πως έκανε όλα αυτά τα χρόνια δεκάδες χειρουργικές επεμβάσεις, λόγω των περίπου δώδεκα σπασμένων πλευρών του και πολλών ακόμη προβλημάτων σε θώρακα, πνεύμονες, πόδια και κεφάλι, του επέτρεψε να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τη νοσηλεία και από την πλευρά του ασθενούς.
Ο ίδιος δεν κρύβει στην «Κ» πως υπήρξαν στιγμές που ως ασθενής ένιωσε απογοήτευση από το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. «Στην πραγματικότητα ήμουν λίγο απογοητευμένος με τους παρόχους υγείας στο δεύτερο νοσοκομείο που νοσηλεύτηκα, το Gaylord. Εκτός αυτού, πέρσι έπαθα οξεία χολοκυστίτιδα και στα επείγοντα του Γέιλ δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε. Αν κάτι με άφησε εντυπωσιασμένο, όμως, ήταν το Γραφείο Υποστήριξης Ασθενών. Εκαναν εξαιρετική δουλειά», σημειώνει.
«Το κώμα είναι μια κατάσταση στην οποία δεν έχεις καμία ανταπόκριση, όπως και η καρδιακή ανακοπή. Δεν είδα ποτέ “ένα έντονο φως” στο τέλος του τούνελ. Και έχω μόνο μια αμυδρή ανάμνηση από πράγματα όταν ξύπνησα»
«Δεν είδα ποτέ ένα έντονο φως στο τούνελ»
Ανοίγοντας την κουβέντα σχετικά με το αν βίωσε αυτό που πολλοί ονομάζουν «μεταθανάτια εμπειρία», ο διακεκριμένος καθηγητής ιατρικής που επανήλθε στη ζωή όχι μία αλλά δύο φορές, απαντά αρνητικά. «Το κώμα είναι μια κατάσταση στην οποία δεν έχεις καμία ανταπόκριση, όπως και η καρδιακή ανακοπή. Δεν είδα ποτέ “ένα έντονο φως” στο τέλος του τούνελ. Και έχω μόνο μια αμυδρή ανάμνηση από πράγματα όταν ξύπνησα», αναφέρει.
Οταν τον ρωτήσαμε αν η περιπέτεια που βίωσε άλλαξε τη στάση του απέναντι στον θάνατο η απάντησή ήταν θετική. «Πριν από όλα αυτά, γνώριζα πως ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Οι γονείς μου έφυγαν στις αρχές του 2021, ύστερα από σχεδόν εξήντα εννέα χρόνια κοινής ζωής. Εγώ ελπίζω να φτάσω τουλάχιστον τα ενενήντα και η αλήθεια είναι πως δεν φοβάμαι πια τον θάνατο».
Ηξερα ότι οι μετατραυματικές ενδοκρανιακές αιμορραγίες τείνουν να υποχωρούν ή να βελτιώνονται. Η μνήμη μου είναι κακή, αλλά έχει βελτιωθεί. Ωστόσο η φροντίδα της συζύγου μου και η εντυπωσιακή δουλειά των εκπαιδευομένων μου στο εργαστήριο πραγματικά με ώθησαν να συνεχίσω την εργασία για τη θεραπεία του HIV και τα νέα αντιιικά φάρμακα
« Η μνήμη μου αν και έχει βελτιωθεί παραμένει κακή»
Η απώλεια του συναισθήματος του φόβου, όπως λέει, λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη προκειμένου να επιστρέψει ξανά στο Γέιλ και να συνεχίσει την ακαδημαϊκή του καριέρα. Ο δρόμος του γυρισμού κάθε άλλο πάρα εύκολος ήταν. Το ατύχημα του προκάλεσε μόνιμη αναπηρία στα κάτω άκρα, ενώ οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ήταν πολύ σοβαρές. Ο καθηγητής γνώριζε ότι οι μετατραυματικές ενδοκρανιακές αιμορραγίες τείνουν να υποχωρούν ή να βελτιώνονται. «Η μνήμη μου, αν και έχει βελτιωθεί παραμένει κακή, ενώ ο νεκρός εγκεφαλικός ιστός δεν θα ανακάμψει ποτέ ούτε θα αντικατασταθεί».
Οπως τονίζει, «εκείνο που με ώθησε να συνεχίσω την έρευνα για τη θεραπεία του HIV και τα νέα αντιιικά φάρμακα ήταν η φροντίδα της συζύγου μου και η εντυπωσιακή δουλειά των εκπαιδευομένων μου στο εργαστήριο». Σημειώνει επίσης πως το πιο σημαντικό ζήτημα σήμερα παραμένει η χρηματοδότηση ερευνών, χαρακτηρίζοντας «καταστροφή» όσα εκτυλίσσονται αυτή τη στιγμή στον τομέα της επιστήμης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν κάτι έμεινε ίδιο και απαράλλαχτο μετά το τροχαίο για τον κ. Σάτον, αυτό, όπως λέει είναι ότι «εξακολουθώ να δηλώνω άθεος και ασκώ την ιατρική με τον ίδιο τρόπο. Τουλάχιστον έτσι πιστεύω».
