Σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτο, όμως κάποτε –όχι και τόσο πολλά χρόνια πριν– ένας διαβόητος εγκληματίας κατάφερε να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια της αστυνομίας και να πιάσει ομήρους μια οικογένεια σε ένα διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια. Εν συνεχεία επικοινώνησε όχι με τις Αρχές, αλλά με ένα τηλεοπτικό κανάλι, ο παρουσιαστής του οποίου ανέλαβε επί της ουσίας την επικοινωνία μαζί του για τις επόμενες ώρες, με το κοινό να παρακολουθεί τα πάντα σε ζωντανή μετάδοση μέχρι το σοκαριστικό φινάλε. Η υπόθεση Σορίν Ματέι, η οποία έχει εντυπωθεί στις μνήμες όσων βρέθηκαν εκείνο το βράδυ μπροστά σε κάποιον τηλεοπτικό δέκτη, αποτελεί βασική πηγή έμπνευσης για την «Τελευταία κλήση», την καινούργια ταινία σε σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου Σέριφ Φράνσις, η οποία κυκλοφορεί από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες.
«Προφανώς θυμάμαι την υπόθεση, παρόλο που η ταινία μας δεν μεταφέρει ατόφια την ιστορία, αλλά την μπλέκει και με άλλα γεγονότα. Δεν θυμάμαι ακριβώς πού βρισκόμουν –εκείνο τον καιρό ήμουν ακόμη χορεύτρια–, όμως έχω ξεκάθαρο το γεγονός και την ένταση που επικρατούσε. Περνούν τα χρόνια και οι πληροφορίες που έρχονται μέσω της εικόνας μάς κάνουν να παρακολουθούμε τα πράγματα από απόσταση. Τότε ακόμη δεν ήμασταν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους ζωντανές μεταδόσεις», μας λέει η Μαρία Ναυπλιώτου, η οποία κρατάει έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην ταινία.
Η υπόθεση Ματέι –που στην ταινία ονομάζεται Νικολάι και τον υποδύεται ο Ορφέας Αυγουστίδης– διασκευάζεται δημιουργικά, με έναν νεαρό ρεπόρτερ (Γιώργος Μπένος) να παίρνει την τελευταία στιγμή τη θέση του έμπειρου παρουσιαστή (Νίκος Ψαρράς), ενώ η Ναυπλιώτου βρίσκεται ανάμεσά τους στο πόστο της διευθύντριας ειδήσεων του καναλιού. Βλέποντας το φιλμ, επιστρέφει κανείς νοερά σε μια εποχή που η τηλεόραση ήταν πραγματικά πανίσχυρη. «Οι πληροφορίες που δεχόμασταν από την τηλεόραση, όπως και οι ψυχαγωγικές εκπομπές της, είχαν μεγάλη επίδραση στο κοινό, πόσο μάλλον ένα τέτοιο γεγονός ομηρίας, το οποίο είχε και τόσο τραγική κατάληξη με τον θάνατο μιας νεαρής γυναίκας», συμφωνεί η κ. Ναυπλιώτου.
Τι όμως την τράβηξε στον συγκεκριμένο ρόλο; «Μου φάνηκε εξαρχής ενδιαφέρον το πρότζεκτ, όπως και η συνεργασία με ένα νέο σκηνοθέτη. Μου άρεσε αρχικά ότι επέλεξαν να βάλουν μια γυναίκα ως διευθύντρια ειδήσεων σε έναν τότε ακόμη καθαρά ανδροκρατούμενο χώρο. Μια γυναίκα που χωρίζει τη ζωή της ανάμεσα στη μητρότητα και σε μια διευθυντική δουλειά, καλείται να πάρει γρήγορες και κρίσιμες αποφάσεις. Πρέπει επίσης να κρατάει ισορροπίες ως άλλος σχοινοβάτης, ανάμεσα στους άνδρες συναδέλφους της», απαντά η Ελληνίδα ηθοποιός.
Θυμάμαι την υπόθεση. (…) Δεν θυμάμαι ακριβώς πού βρισκόμουν –εκείνο τον καιρό ήμουν ακόμη χορεύτρια–, όμως έχω ξεκάθαρο το γεγονός και την ένταση που επικρατούσε.
Καθώς μελετούσε το σενάριο και άρχισε τις πρόβες, πάντως, βρήκε εκεί και νέες προκλήσεις: «Μου αρέσει ότι είναι ένας χαρακτήρας που δεν έχει σχεδόν καθόλου ξεσπάσματα. Ολοι γύρω της ξεσπούν και εκείνη προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες. Θεώρησα πρόκληση το να μεταφέρω στην ερμηνεία όλο αυτόν τον πανικό, το χάος και τον τρόμο, χωρίς όλα αυτά να εκτονώνονται με συμβατικό τρόπο. Σε τέτοια πόστα, άλλωστε, έχεις να διαχειριστείς περισσότερα από αυτά που φαίνονται στην πρώτη ματιά, ενώ όσο προχωράει η ταινία έρχονται στην επιφάνεια και μυστικά, τα οποία “μυρίζουν” κάπως, αλλά δεν ξέρουμε τι πραγματικά συμβαίνει».
Πράγματι, εδώ έχουμε να κάνουμε με αγωνιώδες θρίλερ, από εκείνα που βασίζονται στις ανατροπές και στους μηχανισμούς σασπένς για να τραβήξουν την προσοχή του θεατή. Σινεμά «είδους» δηλαδή, που δεν είναι και τόσο συνηθισμένο στη χώρα μας. «Βλέπουμε να ξεκινάει μια καινούργια γενιά σκηνοθετών, οι οποίοι έχουν μια δύναμη και μια πίστη στον εαυτό τους, που μπορεί και να έλειπε ή να ήταν πιο σπάνια, π.χ., στη δική μου γενιά. Επίσης εταιρείες παραγωγής όπως η Tanweer επενδύουν πια σε τέτοιου είδους ταινίες», σημειώνει σχετικά η κ. Ναυπλιώτου.
Το παράδειγμα του Λάνθιμου
Οπως αποδεικνύει και το πρόσφατο παράδειγμα του «Καποδίστρια», υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κοινού έτοιμη να στηρίξει τις ελληνικές ταινίες με όρους mainstream σινεμά – εκεί στοχεύει και η «Τελευταία κλήση». Αλλες πάλι κάνουν… διψήφιο αριθμό εισιτηρίων. «Για εμένα η τέχνη θα έπρεπε να είναι για το ευρύ κοινό έτσι κι αλλιώς. Προφανώς υπάρχουν mainstream και σινεφίλ ταινίες, όμως και οι δύο μπορούν να βρουν το κοινό τους. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Γιώργος Λάνθιμος, του οποίου οι πρώτες ταινίες, φυσικά, δεν είναι mainstream. Μπόρεσε όμως να βρει αυτόν τον διάλογο με το κοινό, που οδήγησε σε μια λαμπρή πορεία· κρατώντας τον χαρακτήρα του, απευθύνεται τελικά σε πολύ περισσότερο κόσμο».

