«Ο Τραμπ δεν έχει το στομάχι να συνεχίσει για πολύ αυτόν τον πόλεμο, ο οποίος δεν είναι δημοφιλής στις ΗΠΑ», τονίζει στην «Κ» ο Εντουαρντ Φίσμαν, συγγραφέας του βιβλίου ‘Chokepoints: American Power in the Age of Economic Warfare’. Ανώτερος συνεργάτης του Κέντρου Γεωοικονομικών Μελετών Greenberg στο Council on Foreign Relations, ο Φίσμαν εξηγεί πώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ μετακινήθηκε από τις οικονομικές κυρώσεις στον πόλεμο εναντίον του καθεστώτος της Τεχεράνης.
«Μετά και την επιχείρηση στη Βενεζουέλα, βλέπει τη στρατιωτική ισχύ σαν video game», αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Ντόναλντ Τραμπ, αντιπαραβάλλοντας τον ζήλο του Αμερικανού προέδρου στο Ιράν με την αναστολή του απέναντι στη Ρωσία: «Ο Πούτιν και η ομάδα του έχουν παίξει εξαιρετικά καλά μαζί του».

-Οι ΗΠΑ είναι σήμερα από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ενέργειας στον κόσμο. Σημαίνει αυτό ότι είναι θωρακισμένες στο σενάριο μιας βαθιάς ενεργειακής κρίσης λόγω Ιράν;
– Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι καθαρός εξαγωγέας, το πετρέλαιο τιμολογείται στην παγκόσμια αγορά, που σημαίνει ότι οι αυξήσεις «περνούν» και στις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι Αμερικανοί οδηγούν βενζινοκίνητα αυτοκίνητα, γεγονός που τους καθιστά ιδιαίτερα αλλεργικούς στις ανατιμήσεις. Ήδη έχουμε μια αύξηση η οποία μπορεί να είναι εξαιρετικά μεγάλη, αλλά αθροιστικά μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια πρόσθετα έξοδα για τους Αμερικανούς σε καθημερινή βάση.
Το πετρέλαιο φυσικά είναι πρώτη ύλη για κάθε είδους βιομηχανική παραγωγή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πληθωρισμό στην αμερικανική οικονομία – δείκτης ο οποίος είναι σε θέση να επηρεάσει σημαντικά τους Ρεπουμπλικάνους καθώς οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές το φθινόπωρο. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ δεν είναι θωρακισμένες. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ασφαλώς ορισμένες περιοχές και βιομηχανίες στις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες επωφελούνται από τις υψηλότερες τιμές. Η βιομηχανία πετρελαίου δεν θα παραπονεθεί αν κερδίζει 25% περισσότερο για κάθε βαρέλι που ρίχνει στο εμπόριο ή για κάθε αποστολή LNG στην Ευρώπη, η οποία αντιμετωπίζει αναστάτωση λόγω των επιπλοκών στην εφοδιαστική αλυσίδα της Μέσης Ανατολής.
– Είναι αυτός ένας παράγοντας ο οποίος θέτει εκ των πραγμάτων χρονικούς περιορισμούς για την αμερικανική επιχείρηση στο Ιράν;
– Απολύτως. Αν εξετάσουμε το ιστορικό του Τραμπ στη χρήση στρατιωτικής βίας, οι παρεμβάσεις ήταν ιδιαίτερα σύντομες. Στην εξόντωση του επικεφαλής της δύναμης Κουντς, Σουλεϊμανί, είχαμε μια βολή και τέλος. Στην επιχείρηση ‘Σφυρί του Μεσονυχτίου’ στο Ιράν τον περασμένο Ιούνιο, είδαμε μερικές εξόδους βομβαρδιστικών που πέταξαν από το Μιζούρι και οι πιλότοι επέστρεψαν σπίτι για μεσημεριανό. Στην επιχείρηση στη Βενεζουέλα, που θα γίνει σίγουρα ταινία, αποβιβάστηκαν ειδικές δυνάμεις στο Καράκας οι οποίες πολύ γρήγορα προσγειώθηκαν στο Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης λίγα μίλια μακριά από το σπίτι μου στο Μπρούκλιν, μαζί με το ζεύγος Μαδούρο.
Η εμπειρία του Τραμπ με τη στρατιωτική ισχύ είναι σαν βιντεοπαιχνίδι. Σαν να έχει ένα τηλεχειριστήριο που του επιτρέπει να μικροδιαχειρίζεται γεγονότα σε όλο τον κόσμο. Όμως στο Ιράν δεν είναι αυτή η περίπτωση. Αντιμέτωπο με υπαρξιακή πλέον απειλή, το καθεστώς της Τεχεράνης επιτίθεται με όσο το δυνατό πιο δραματικούς τρόπους. Πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που θα επηρεάσει τον Τραμπ. Όσο θα αυξάνεται η αναστάτωση, θα αναζητήσει μια διέξοδο. Δεν έχει το στομάχι για μια παρατεταμένη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν. Και δεν τον κατηγορώ. Ο πόλεμος αυτός είναι αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ.
– Ποιος έχει την κύρια ευθύνη για το γεγονός ότι δεν υπήρξε συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν;
– Το «προπατορικό αμάρτημα» ήταν η αποχώρηση του Τραμπ από την JCPOA το 2018. Ξέρετε, η βασική αρχή της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν, από τον Τζορτζ Μπους μέχρι τον Μπαράκ Ομπάμα, ήταν ότι θα μεγιστοποιήσουμε την οικονομική πίεση στο Ιράν προκειμένου να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε το πυρηνικό του πρόγραμμα. Δεν επρόκειτο για αλλαγή καθεστώτος. Δεν επρόκειτο για προσπάθεια να μετατραπεί το Ιράν σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Οι ψευδαισθήσεις για τον εκδημοκρατισμό της Μέσης Ανατολής είχαν καταρρεύσει στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, μαζί με τις αντίστοιχες εκστρατείες του Τζορτζ Μπους. Το 2018, ο Τραμπ έβαλε ένα στοίχημα.
Είπε ότι αν επιβάλλαμε περισσότερες κυρώσεις στο Ιράν, περισσότερη οικονομική πίεση, θα μπορούσαμε να πετύχουμε μια ακόμη καλύτερη συμφωνία, μέσα από συνθήκες που στην πράξη θα ισοδυναμούσαν με αλλαγή του καθεστώτος. Όμως καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να αυτοκτονήσει πολιτικά για να άρει τις κυρώσεις. Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ έθεσε έναν στόχο που ήταν υπερβολικά φιλόδοξος σε σχέση με το εργαλείο που χρησιμοποίησε. Δημιούργησε έτσι μια ολισθηρή πλαγιά που οδήγησε τελικά σε αυτόν τον πόλεμο. Αλλά και οι Ιρανοί τους τελευταίες μήνες είχαν μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τη συμφωνία που θα μπορούσαν να πετύχουν. Φαίνεται ότι έθεταν στο τραπέζι προσφορές που ήταν επί της ουσίας πιο αδύναμες από την JCPOA. Και βλέπουμε μέχρι στιγμής το αποτέλεσμα για εκείνους.
– Στην Ουκρανία, ασκείται κριτική στον Τραμπ ότι δεν έχει πιέσει αρκετά τον Πούτιν. Ποια είναι η γνώμη σας;
– Θα σας το θέσω ως εξής. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε μια απίστευτα έντονη εκστρατεία κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2025, δηλαδή επί τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, επέβαλε περίπου ένα νέο πακέτο κυρώσεων κάθε εβδομάδα. Πρόκειται για περισσότερα από 140 πακέτα κυρώσεων σε μια τριετή περίοδο. Και κάθε ένα από αυτά τα πακέτα κυρώσεων είχε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, στόχους.
Το μόνο πρόβλημα με τη στρατηγική του Μπάιντεν ήταν ότι στάθηκε πολύ αδύναμος όσον αφορά τον πετρελαϊκό τομέα της Ρωσίας. Αυτή είναι η μεγάλη «αγελάδα μετρητών» για τον Πούτιν. Είναι η ψυχή της οικονομίας του. Ο Μπάιντεν φοβόταν τόσο πολύ την απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου και την επιδείνωση του πληθωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε άφησε στην πραγματικότητα ανενόχλητο το ρωσικό πετρέλαιο. Επέτρεψε μάλιστα στην Ινδία, στην Τουρκία και στην Κίνα να αγοράζουν περισσότερο ρωσικό πετρέλαιο, την ώρα που η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αγόραζαν λιγότερο.
Ωστόσο, οΤραμπ εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο στον Λευκό Οίκο έχει επιβάλει μόλις ένα πακέτο κυρώσεων στη Ρωσία – σκεφτείτε την αναλογία με τις κυρώσεις στη θητεία Μπάιντεν. Περάσαμε δηλαδή από ένα πακέτο κυρώσεων την εβδομάδα σε ένα πακέτο κυρώσεων ανά έτος. Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ έχει ουσιαστικά αφήσει εκτός κυρώσεων το φυσικό αέριο. Έχει επιβάλει όμως κάποιες κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο – στη Rosneft και τη Lukoil, τις δύο μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες στη Ρωσία.
Είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε αυτήν τη στιγμή δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού πετρελαίου να επιπλέουν στον ωκεανό χωρίς αγοραστή. Η ειρωνεία είναι ότι ο Τραμπ έδωσε άδεια στην Ινδία να αγοράσει από αυτό το ρωσικό πετρέλαιο, λόγω του δικού του πολέμου στο Ιράν, αντί να χρησιμοποιήσει το αμερικανικό Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου. Επιτρέπει έτσι στον Πούτιν να επωφεληθεί από τον πόλεμο στο Ιράν. Ο λόγος που η Ρωσία έχει καταφέρει να διαχειριστεί τις κυρώσεις δεν είναι η ευφυΐα της. Είναι επειδή η Δύση δεν έχει κυνηγήσει την κύρια πηγή χρηματοδότησης του Κρεμλίνου, που είναι το πετρέλαιο.
– Υπήρξαν πληροφορίες ότι ο Πούτιν προτείνει στον Τραμπ να εκμεταλλευτούν από κοινού τον ορυκτό πλούτο της Ουκρανίας. Η αλήθεια είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δίνει μεγάλη έμφαση στις οικονομικές ευκαιρίες με αντίστοιχες συμφωνίες.
– Ναι, σίγουρα.
– Θεωρείτε ότι έχει «αγοράσει» μια τέτοια προσφορά από τη Ρωσία;
Νομίζω ότι ο Πούτιν και η ομάδα του έχουν παίξει εξαιρετικά καλά με την κυβέρνηση Τραμπ. Η στρατηγική τους από την αρχή ήταν να διαπραγματευτούν μέσω του Κίριλ Ντμίτριεφ, ο οποίος έχει περάσει πολύ χρόνο στις ΗΠΑ και έχει συνεργαστεί με αμερικανικές συμβουλευτικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μιλάει έτσι την ίδια γλώσσα με τον στενό κύκλο του Τραμπ, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ. Το σκεπτικό της Μόσχας έχει ως εξής: «Γνωρίζουμε ότι ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για την Ουκρανία. Οπότε ας μιλήσουμε για αυτό που τον ενδιαφέρει, δηλαδή τις επιχειρηματικές ευκαιρίες».
Προσπαθεί μάλιστα να πείσει τον Τραμπ ότι ο λόγος που οι αμερικανικές επιχειρήσεις δεν ευδοκιμούν στη Ρωσία είναι επειδή η Ρωσία δεν το έχει επιτρέψει. Όχι. Ο λόγος είναι ότι οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στη Ρωσία, εμποδίζοντας τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να λειτουργούν στη Ρωσία. Κι όμως, προσπαθούν να παρουσιάσουν την άρση των κυρώσεων ως κάτι που θα ήταν προς το συμφέρον της Αμερικής και όχι προς το συμφέρον της Ρωσίας. Αυτό έχει λειτουργήσει καλά οδηγώντας σε ατελείωτες διαπραγματεύσεις που προσελκύουν τον Τραμπ, τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ. Αλλά μέχρι στιγμής δεν οδηγούν πουθενά. Εξακολουθούμε να είμαστε μια δημοκρατία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν ο Τραμπ προσπαθούσε να άρει αναίτια τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, θα αντιμετώπιζε σημαντική αντίσταση από το ίδιο το κόμμα του. Είναι ένας από τους λίγους τομείς της πολιτικής του Τραμπ που ελέγχεται με ουσιαστικό τρόπο από το πολιτικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

