Δεν ωραιοποιεί το μπαλέτο ο Ντμίτρι Ζαγκρέμπιν. Μεγαλωμένος στα παρασκήνια των μπαλέτων Μπολσόι, γιος κλασικών χορευτών που έζησαν στο σώμα τους την πειθαρχία και τη φθορά αυτής της τέχνης, ξέρει από πρώτο χέρι ότι πρόκειται για μια διαδρομή μακρά και συχνά αδυσώπητη, γεμάτη πάθος, αποτυχίες, τραυματισμούς αλλά και βαθιά αγάπη. «Στα εννιά σου δεν επιλέγεις πραγματικά», λέει, όταν τον ρωτάμε πώς αποφάσισε να γίνει χορευτής. «Απλώς δοκιμάζεις». Εκείνος δοκίμασε· και έμεινε.
Κουβεντιάζουμε στο διάλειμμα μιας απαιτητικής πρόβας στην κεντρική σκηνή της ΕΛΣ, με τον διευθυντή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Κωνσταντίνο Ρήγο να παρακολουθεί τα πάντα ήρεμος, αλλά διαρκώς σε επιφυλακή. Ο Ζαγκρέμπιν, αστέρι του Βασιλικού Σουηδικού Μπαλέτου, βρίσκεται στην Αθήνα για να ερμηνεύσει τον ρόλο του πρίγκιπα Ζίγκφριντ στη «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι στη νέα εκδοχή της, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα στην ΕΛΣ από τον Ρήγο. Το έργο επιστρέφει σαν χορογραφικό παλίμψηστο, στο οποίο η κλασική γραφή των Πετιπά / Ιβάνοφ επιβάλλεται στη σκηνή της λίμνης ως τελετουργία, όμως γύρω της ξετυλίγονται νεοκλασικές και σύγχρονες συνθέσεις.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος υπογράφει τη χορογραφία, τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά και μεταφέρει τη δράση σε ένα τοπίο όπου το φυσικό και το υπερφυσικό συνυπάρχουν, ενώ ο Ζαγκρέμπιν θα αντιμετωπίσει την πρόκληση ενός απαιτητικού ρόλου. Η μεγάλη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παράστασης αφορά τον πρίγκιπα. Αν στην αρχική δραματουργία ο ρόλος του υπήρξε εν μέρει συμπληρωματικός, στη νέα ανάγνωση γίνεται ο βασικός άξονας της αφήγησης. Ο Ζαγκρέμπιν πρέπει να τον προσεγγίσει ως έναν νέο άνδρα παγιδευμένο ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες λειτουργούν ως αντανακλάσεις του εσωτερικού του κόσμου. Ο λευκός και ο μαύρος κύκνος δεν είναι αντίπαλες υπάρξεις, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου: φως και σκοτάδι, αγνότητα και ερωτισμός, ελπίδα και πτώση. Η πρόβα που παρακολουθούμε θα συνεχιστεί μέχρι αργά το βράδυ, αλλά προς το παρόν ο συνομιλητής μας αφηγείται την ιστορία του αβίαστα, όπως εύκολα ξεδιπλώνει το πόδι του σε ένα αργό ντεβελοπέ ντεβάν, κρατώντας το ψηλά για μερικά δευτερόλεπτα. Γεννήθηκε στη Μόσχα μέσα σε έναν κόσμο όπου το θέατρο δεν ήταν απλώς χώρος εργασίας, αλλά τρόπος ζωής. Μεγάλωσε κυριολεκτικά πίσω από τη σκηνή ενός από τα πιο ιστορικά θέατρα του κόσμου. Οι πρώτες του μνήμες ήταν από διαδρόμους γεμάτους κοστούμια. «Ημουν όμως ένα περίεργο παιδί που είχε μεγαλώσει στα παρασκήνια, βλέποντας τους γονείς του να χορεύουν. Φυσικά ήθελα να δοκιμάσω κι εγώ. Ακόμη κι αν πρόκειται για μια μακρά και δύσκολη διαδρομή, με αβεβαιότητες και απαιτήσεις, ανοίγει μπροστά σου η δυνατότητα για μια συναρπαστική καλλιτεχνική ζωή», σχολιάζει.
Η ανατροφή του διαμορφώθηκε από την αφοσίωση και τον σεβασμό προς την τέχνη, αξίες που καθόρισαν όχι μόνο την εκπαίδευση αλλά και τον χαρακτήρα του. Ακολουθώντας τα βήματα της οικογένειάς του, φοίτησε στην περίφημη Ακαδημία Μπαλέτου Μπολσόι και το 2007 έγινε μέλος των περίφημων μπαλέτων. Το 2015 εντάχθηκε ως Σολίστ στο Βασιλικό Σουηδικό Μπαλέτο και σύντομα προήχθη σε Α΄ Χορευτή, θέση που διατηρεί έως σήμερα. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από το κλασικό έως το σύγχρονο μπαλέτο με πρωταγωνιστικούς ρόλους, ενώ έχει τιμηθεί με πολυάριθμα διεθνή βραβεία.
Η επαγγελματική επιλογή του μπαλέτου μπορεί να ξεκίνησε σχεδόν αυθόρμητα, όμως η παραμονή του σε αυτό υπήρξε απολύτως συνειδητή. «Πιστεύω ότι η κλασική εκπαίδευση στο μπαλέτο είναι η πιο ολοκληρωμένη βάση για κάθε χορευτή – είτε πρόκειται για σύγχρονο χορό, είτε για ρυθμική γυμναστική, καλλιτεχνικό πατινάζ ή ακόμη και για την καλλιτεχνική κολύμβηση. Γνωρίζω ότι πολλοί αθλητές αυτών των κλάδων κάνουν μαθήματα μπαλέτου για να διατηρούν την αισθητική τους στο υψηλότερο επίπεδο, επειδή αποτελεί θεμέλιο για τη σωστή εκγύμναση του σώματος», λέει ο Ζαγκρέμπιν όταν μιλάμε για την εκπαίδευσή του. Παρ’ όλα αυτά θεωρεί πως, όταν ένας χορευτής εντάσσεται σε ένα σύνολο μπαλέτου στα δεκαοκτώ του, δεν είναι «ολοκληρωμένος». «Η πραγματική μάθηση ξεκινάει μέσα στην ομάδα, δίπλα σε χορογράφους και συναδέλφους που σε εμπνέουν και σε προκαλούν καθημερινά. Το μπαλέτο σήμερα», επισημαίνει, «είναι μια ζωντανή, απαιτητική τέχνη με έντονα ανταγωνιστικά στοιχεία, σχεδόν σαν άθλημα υψηλών επιδόσεων».
Ημουν ένα περίεργο παιδί που είχε μεγαλώσει στα παρασκήνια, βλέποντας τους γονείς του να χορεύουν. Φυσικά ήθελα να δοκιμάσω κι εγώ. Ακόμη κι αν πρόκειται για μια μακρά και δύσκολη διαδρομή, με αβεβαιότητες και απαιτήσεις.
Τον ρωτάμε εάν αυτό το γεγονός τού δημιουργεί άγχος για τη διάρκεια της καριέρας του, καθώς διανύει πλέον τη δεκαετία των τριάντα ετών. «Η ηλικία από μόνη της δεν έχει τόση σημασία· μεγαλύτερη σημασία έχει η έκφραση του σώματος και η αισθητική που μπορείς να μεταφέρεις στη σκηνή», σχολιάζει. «Σχεδόν ο καθένας μπορεί να κάνει ένα άρτιο άλμα στα δεκαοκτώ του χρόνια. Ομως στα σαράντα σου, αν έχεις αποφύγει σοβαρούς τραυματισμούς, συνεχίζεις την εξάσκηση και διατηρείσαι σε καλή φόρμα, μπορείς να προσφέρεις κάτι διαφορετικό: μεγαλύτερο βάθος, περισσότερη εμπειρία, στοιχεία που δίνουν πραγματικό νόημα στην παρουσία σου πάνω στη σκηνή».
Για τον Ζαγκρέμπιν, η ουσία του ρόλου στην παράσταση της «Λίμνης των Κύκνων» δεν βρίσκεται μόνο στη ρομαντική του διάσταση, αλλά, όπως μας λέει, στην ανθρώπινη ευθραυστότητα: στην ανάγκη να πιστέψει στο ιδανικό, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του αποδεικνύεται σκληρός ή απατηλός. Αυτή την εσωτερική αλήθεια θα επιδιώξει να μεταδώσει στο κοινό· μια σιωπηλή εξομολόγηση μέσα από την κίνηση.
«Η Λίμνη των Κύκνων», μπαλέτο, Εθνική Λυρική Σκηνή, από 7 Μαρτίου έως 4 Απριλίου. Ο Ντμίτρι Ζαγκρέμπιν εμφανίζεται στις 7 και 8 Μαρτίου.

