Ο κόσμος του αθλητισμού έχει την τάση να γεννάει ιστορίες: αγωνιώδεις, συναρπαστικές, διδακτικές. Πολλές φορές το γέλιο με το δάκρυ απέχουν ελάχιστα, όσο δηλαδή και η νίκη από την ήττα. Πίσω όμως από τα αθλητικά ανδραγαθήματα κρύβονται άλλες ιστορίες, πιο προσωπικές, σαν αυτή που αφηγείται ο Γιώργος Γεωργόπουλος στη νέα του ταινία με τον… περιγραφικό τίτλο «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Παττυ», η οποία κυκλοφορεί εδώ και λίγες ημέρες στις αίθουσες. Η Πάττυ ή Δάφνη (Μορτ Κλωναράκη) είναι μια έφηβη κοπέλα, η οποία φτάνει από την Ικαρία στην Αθήνα προκειμένου να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων στο τζούντο, στο πλευρό του δασκάλου της, Γιούρι (Βαγγέλης Μουρίκης). Εκείνος επιστρέφει στον χώρο έπειτα από μυστηριώδη απουσία ετών, ωστόσο το παρελθόν τον ακολουθεί.
Εμπνευση από το ’80
«Είναι προφανής η έμπνευση από τις αθλητικές ταινίες, κυρίως της δεκαετίας του 1980, όπως τα “Ρόκι”, “Καράτε κιντ”, “Personal Best” κ.ά., οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως “καλές”, αλλά τις αγαπώ από μικρός. Αυτό που μου αρέσει είναι ότι έχουν μια πολύ απλή δομή, η οποία όμως αφήνει ταυτόχρονα χώρο για να τους δώσεις άλλες διαστάσεις. Ενώ δηλαδή έχουμε δεδομένα κλισέ, όπως η σχέση αθλητή – προπονητή, η ύπαρξη ενός δυνατού ανταγωνιστή, μοντάζ προπόνησης, μια τελική αναμέτρηση κ.ο.κ., προσπάθησα να τα παντρέψω με πιο σημερινή προβληματική και έντονη, θέλω να πιστεύω, ελληνικότητα», μας εξηγεί ο κ. Γεωργόπουλος.

Πράγματι, στην ταινία του υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία· γιατί όμως επέλεξε συγκεκριμένα το τζούντο; «Αρχικά είχα ήδη μια οικειότητα με το συγκεκριμένο σπορ. Επίσης σεναριακά χρειαζόμουν ένα άθλημα που να εμπεριέχει τη σωματική επαφή, αλλά και να στηρίζεται σε σαφείς ηθικές αρχές. Το τζούντο βασίζεται στον σεβασμό και στο αμοιβαίο όφελος, δεν μπορείς να γίνεις καλύτερος χωρίς τον αντίπαλό σου».
Ηθελα να κάνω μια old school ταινία, ως προς τη δομή, τη μουσική της, η οποία όμως ασχολείται με πιο σύγχρονα ζητήματα.
Οταν του επισημαίνω ότι η έννοια του «σωστού» που διαπερνά το φιλμ είναι κάπως παλιομοδίτικη κινηματογραφικά, ο Γεωργόπουλος συμφωνεί και υπερθεματίζει: «Μα θα πάψουμε να ασχολούμαστε με το σωστό; Ηθελα να κάνω μια old school ταινία –και ως προς τη δομή, τη μουσική της κτλ.– η οποία όμως ασχολείται με σύγχρονα ζητήματα». Αυτά έχουν να κάνουν με τη σεξουαλική παρενόχληση, την κουλτούρα της ακύρωσης, αλλά και το ντόπινγκ, όλα τους πολύ… επικίνδυνα ώστε να πέσει κανείς στην παγίδα του διδακτισμού, η οποία ευτυχώς εδώ, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγεται. «Η ταινία θέτει ερωτήματα σε σχέση με αυτά τα σοβαρά ζητήματα. Γενικώς, δεν θέλω να κάνω ταινίες που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας, αλλά που ανοίγουν συζητήσεις. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υπάρχει μια πολύπλευρη προσέγγιση, να φτιάχνεις γκρίζες ζώνες γύρω από το θέμα», σημειώνει σχετικά ο Γιώργος Γεωργόπουλος.
Η πιο σημαντική δυναμική που αναπτύσσεται στο φιλμ είναι, βέβαια, αυτή ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, οι οποίοι είναι και εκ διαμέτρου αντίθετοι: από τη μία ο πολύπειρος Βαγγέλης Μουρίκης και από την άλλη ο πρωτοεμφανιζόμενος Μορτ Κλωναράκη. «Οντως η συγκεκριμένη δυναμική θέλαμε να μεταφερθεί και στην ταινία. Τον Βαγγέλη τον είχα εξαρχής στο μυαλό μου γράφοντας τον χαρακτήρα του Γιούρι, χωρίς καν να είμαι σίγουρος ότι θα μου πει ναι – το καλό είναι ότι μέχρι τώρα δεν μου έχει πει ποτέ όχι», λέει γελώντας ο Γεωργόπουλος και συνεχίζει: «Για την Πάττυ ήταν δεδομένο ότι θα πηγαίναμε σε κάποια νέα ηθοποιό, άπειρη υποκριτικά. Ηθελα να είναι και κοντά σε αυτή την ηλικία, να έχει μνήμες από την ενηλικίωση. Επίσης έπρεπε να έχει αθλητικό υπόβαθρο – και πράγματι έκανε τάε κβον ντο».
Οι σκηνές δράσης
Ενα άλλο ζήτημα που έπρεπε να λύσει ο Ελληνας σκηνοθέτης ήταν αυτό των αθλητικών σκηνών δράσης, οι οποίες παραδοσιακά θεωρούνται πολύ δύσκολες στην κινηματογράφηση και συχνά καταλήγουν σε αδύναμα αποτελέσματα. «Πράγματι, είναι πολύ δύσκολο να γυρίσεις αυτές τις σκηνές και το βασικό πρόβλημα ήταν η δική μου ασχετοσύνη, αφού δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο. Στην Αμερική πιθανότατα θα έφερναν κάποιον εξειδικευμένο άνθρωπο να λειτουργήσει συμβουλευτικά, όμως εδώ προφανώς δεν έγινε έτσι. Ηθελε αρκετό ψάξιμο, γιατί είναι πιο εύκολο να εκτεθείς στο τζούντο, δεν υπάρχουν απλώς χτυπήματα. Η πιο απλή επιλογή θα ήταν να το προσεγγίσω μέσω του μοντάζ, με πολλά “κοψίματα”, ώστε να καλύψω τις όποιες ατέλειες. Προτίμησα να μην το κάνω γιατί ήθελα να νιώσουμε περισσότερο τον παλμό των αθλητών, ακόμη κι αν υστερούμε λίγο τεχνικά στο τζούντο. Επιλέξαμε μια κινηματογράφηση που θα πήγαινε περισσότερο με τη ροή των σωμάτων, σαν χορογραφία».

