Ο πόλεμος, παιδί της αμαρτωλής υπεροψίας της ρωσικής ηγεσίας

Ο πόλεμος, παιδί της αμαρτωλής υπεροψίας της ρωσικής ηγεσίας

Πρέπει να έχουμε πίστη για τη νίκη

6' 57" χρόνος ανάγνωσης

Η Ουκρανία μπαίνει στον πέμπτο χρόνο μιας εισβολής που έχει μεταβάλει όχι μόνο τα γεωπολιτικά δεδομένα της Ευρώπης, αλλά και την ίδια την εσωτερική συνοχή της ουκρανικής κοινωνίας. O μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιος τοποθετεί τον ρόλο της Εκκλησίας στο επίκεντρο της πνευματικής αντοχής του λαού, μιλώντας για διακονία που αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη διάσταση σε καιρούς πολέμου, για αμυντικό αγώνα επιβίωσης και για μια βαθιά ρήξη με το Πατριαρχείο Μόσχας.

Την ώρα της συνέντευξης ο υδράργυρος στην ουκρανική πρωτεύουσα βρισκόταν στους μείον 7 βαθμούς Κελσίου. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα στο γραφείο του, καθώς σε όλη τη χώρα η παροχή γίνεται περιοδικά, και το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, που ορισμένες φορές υπερβαίνει και τις 20 ώρες, σπίτια και επιχειρήσεις δεν έχουν ηλεκτρικό ρεύμα και εξυπηρετούνται από γεννήτριες. Μία τέτοια γεννήτρια ηλεκτροδοτεί το γραφείο του Επιφανίου στο κέντρο του Κιέβου. Κάθεται στο γραφείο του κάτω από έναν μεγάλο σταυρό και σπεύδει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στην Ελλάδα για την υποστήριξη προς την Ουκρανία και την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία «σε αυτές τις ιστορικές στιγμές για εμάς».

Επισημαίνει ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνο στρατιωτικό γεγονός, αλλά υπαρξιακή δοκιμασία. Αναφέρεται στην καθημερινή θλίψη που βιώνουν οι Ουκρανοί, στον πόνο της απώλειας αγαπημένων προσώπων, στην οδύνη αλλά και στον φόβο, κι εξηγεί ότι σε αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι χρειάζονται υποστήριξη, παρηγοριά και πνευματική ίαση, που προσφέρεται από την Εκκλησία.

Ο Επιφάνιος μιλάει ελληνικά, καθώς –μεταξύ άλλων– σπούδασε για δύο χρόνια στο ΕΚΠΑ και οι αναφορές του στην Ελλάδα είναι εξαρχής ιδιαίτερες. «Για εμάς η βοήθεια από την Ελλάδα είναι πολύ σημαντική – και από την Εκκλησία και από το κράτος». Στέκεται ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Εκκλησία της Ελλάδος. Θυμίζει την επίσκεψή του στο Αγιον Ορος, αναφέρεται στη συλλειτουργία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο και σε προηγούμενη παρουσία του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επίσημης επίσκεψης στην Αθήνα σημειώνει ότι αυτό εξαρτάται από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. «Το θέλουμε», λέει κι αναφέρει ότι έχει ήδη αποσταλεί σχετική επιστολή. «Τώρα περιμένουμε πρόσκληση. Εχουμε καλές σχέσεις με την Εκκλησία της Ελλάδος και τώρα νομίζω έχουμε ακόμη καλύτερες».

Στήριξη στην πρώτη γραμμή

Ο μητροπολίτης Κιέβου κάνει λόγο για ιστορική συγκυρία, για αντοχή, αλλά και για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Θεωρεί κρίσιμο να αντέξουν οι Ουκρανοί σε μια περίοδο γεμάτη προκλήσεις, καθώς η καθημερινότητα παραμένει δύσκολη, αν όχι επικίνδυνη: «Με σχεδιασμένη πρόθεση χτυπούν με πυραύλους την πολιτική ενεργειακή υποδομή σε θερμοκρασίες είκοσι βαθμών υπό το μηδέν, ώστε οι απλοί κάτοικοι πόλεων και χωρίων να παγώσουν». Και διερωτάται: «Ποια στρατιωτική σκοπιμότητα μπορεί να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο; Πρόκειται αποκλειστικά για τρόμο εναντίον άμαχου πληθυσμού».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, υπογραμμίζει, διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον τομέα της πνευματικής διακονίας προς τις Δυνάμεις Αμυνας της Ουκρανίας, καθώς εκατοντάδες ιερείς βρίσκονται κοντά στους Ουκρανούς μαχητές – τελούν ακολουθίες, εξομολογούν, ενισχύουν ηθικά. Παράλληλα αναφέρει και μια ξεχωριστή και ιδιαίτερα απαιτητική δραστηριότητα, τη μεταφορά τραυματισμένων στρατιωτών – εκεί συμμετέχει η ομάδα αποφοίτων της Ορθόδοξης Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου, αναλαμβάνοντας έργο πρώτης γραμμής.

Επισημαίνει ότι η Ουκρανία υφίσταται εδώ και καιρό τη μεγαλύτερη στρατιωτική επίθεση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, υπό αυτές τις συνθήκες, σημειώνει πως στους πιστούς δεν διαπιστώνει ηθικό δίλημμα. Οπως εξηγεί, η χώρα δεν ενεργεί ως επιδρομέας ούτε επιδιώκει την κατάληψη ξένων εδαφών, αλλά βρίσκεται σε θέση άμυνας απέναντι σε αδικαιολόγητη επίθεση, με στόχο την επιβίωση, τη διαφύλαξη της ουκρανικής ταυτότητας και τη διασφάλιση μέλλοντος για τις επόμενες γενιές, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση ούτε «άλλη Ουκρανία».

Προσθέτει πως εάν η Ρωσία παύσει την επίθεση και αποσύρει τα στρατεύματά της εντός των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων της, ο πόλεμος θα λήξει, ενώ σε περίπτωση ουκρανικής παράδοσης, «θα τερματιστεί η ίδια η Ουκρανία και θα εξαφανιστούμε κι εμείς».

Αναφέρει ότι στους Ουκρανούς δεν διαπιστώνει σύγχυση, αλλά έντονη αποστροφή απέναντι σε αυτό που περιγράφει ως «ηθική ασχήμια και υποκρισία της Ρωσίας», η οποία, ενώ παρουσιαζόταν ως ειδική θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας και των πνευματικών αξιών, στην πράξη «χύνει καθημερινά αθώο αίμα στην ομόθρησκη γείτονα».

Υπογραμμίζει πως η θέση της Εκκλησίας του είναι σαφής και ότι δεν επιζήτησαν ούτε επιδιώκουν πόλεμο με κανέναν, υπενθυμίζοντας πως η Ουκρανία παραιτήθηκε από το πυρηνικό της οπλοστάσιο, στοιχείο που, κατά τον ίδιο, αποδεικνύει έμπρακτα την προσήλωση του ουκρανικού λαού στην ειρήνη.

Η συνέχιση του πολέμου αποδίδεται «στην τεράστια αμαρτωλή υπεροψία της ρωσικής ηγεσίας, σε μια πνευματική αυταπάτη περί της δικής τους εξαιρετικότητας, η οποία, ακόμη και μετά την αποτυχία των αρχικών σχεδιασμών, δεν τους επιτρέπει να διακόψουν την επίθεση».

Θεολογική εκτροπή

Η στάση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπέρ του πολέμου, σύμφωνα με τον μητροπολίτη Επιφάνιο, δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή, αλλά θεολογική και ηθική εκτροπή. «Μια τέτοια στάση, καθώς και η δημιουργία και η προώθηση της φονικής και αιρετικής ιδεολογίας του λεγόμενου “ρωσικού κόσμου” αποτελεί ίσως μια από τις σκοτεινότερες σελίδες στην Ιστορία τους – μια σελίδα για την οποία εκείνοι ή οι διάδοχοί τους θα μετανιώσουν αναπόφευκτα», τονίζει.

Δηλώνει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η στάση αυτή εδράζεται στον φόβο προς την κρατική εξουσία, στην ένωσή τους με αυτήν, στην επιδίωξη ωφελημάτων ή σε όλα μαζί, ωστόσο επιμένει πως, ανεξαρτήτως κινήτρων, «αντιβαίνει εντελώς στα διδάγματα της Αγίας Χριστιανικής Εκκλησίας».

Ως προς το μέλλον των σχέσεων με το Πατριαρχείο Μόσχας, εμφανίζεται επιφυλακτικός: «Η πληγή αυτή παραμένει ανοικτή και επώδυνη». Θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρξει αλλαγή στη στάση της Ρωσίας και της Ρωσικής Εκκλησίας και να υπάρξει γνήσια και ενεργός μετάνοια από την πλευρά τους. «Οι σημερινοί κρατικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες της Ρωσίας είναι εγκληματίες κατά τον θεϊκό και τον ανθρώπινο νόμο», σημειώνει και προσθέτει ότι, ακόμη και εάν «ο ανθρώπινος νόμος δεν τους αποδώσει ευθύνη για το χύσιμο αθώου αίματος, την καταστροφή και τα υπόλοιπα εγκλήματα», τότε «ο Θεός, ως ο αληθινός Κριτής, θα τους δικάσει και θα τους επιβάλει την οικεία δίκαιη αποκατάσταση».

Η διεθνής αναγνώριση ως ζήτημα χρόνου

Η αναφορά του στην Αυτοκεφαλία γίνεται με εμφανή φόρτιση, εκφράζοντας βαθιά ευγνωμοσύνη για την απόφαση χορήγησης του Τόμου, την οποία χαρακτηρίζει καθοριστική για την Εκκλησία του. Επισημαίνει ότι από το 2019 έως σήμερα περίπου δύο χιλιάδες ενορίες έχουν ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και πως, παρά τις προσπάθειες διάσπασης, την πανδημία και την εισβολή, η Εκκλησία όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε, αλλά αναπτύχθηκε, εδραιώθηκε και κατέστη πιο δοκιμασμένη και ανθεκτική.

Περιγράφει τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ιδιαίτερα θερμές και αγαθές, σημειώνοντας ότι η μορφή του Οικουμενικού Πατριάρχη έχει καταγραφεί ανεξίτηλα στην Ιστορία της Εκκλησίας και του κράτους τους. Υπογραμμίζει ακόμη ότι, χάρη στον Τόμο και στην αναγνώριση από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, την Εκκλησία της Κύπρου και την Εκκλησία της Ελλάδος, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας μετέχει ήδη της ευχαριστιακής κοινωνίας.

Παρά τις προσπάθειες του Πατριαρχείου Μόσχας να επιβραδύνει τη διαδικασία αναγνώρισης, αναφέρει πως διατηρούν επαφές με άλλες Τοπικές Εκκλησίες και εργάζονται σταθερά προς αυτή την κατεύθυνση, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι το ζήτημα είναι θέμα χρόνου και πως, όταν η Μόσχα απολέσει τη σημερινή της επιρροή, η κατάσταση θα μεταβληθεί, όπως συνέβη και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, αποδίδοντας τη στάση της Ρωσικής Εκκλησίας και των συμμάχων της σε πολιτικά και όχι εκκλησιαστικά κίνητρα.

Η επόμενη ημέρα

Επιμένει πως το ουκρανικό ζήτημα πρέπει να παραμένει ορατό στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. «Πρέπει να κρατάμε το θέμα ζεστό. Η ελληνική κοινωνία είναι χριστιανική και ορθόδοξη. Πρέπει να καταλάβει ότι και η Ουκρανία είναι χριστιανική και ορθόδοξη».

Στην ερώτηση για το αν παραμένει αισιόδοξος, η απάντηση είναι άμεση: «Ναι, δεν μπορούμε αλλιώς. Πρέπει να έχουμε ισχυρή πίστη. Εχουμε μόνο μία Ουκρανία. Εχουμε ένα σπίτι, δεν έχουμε άλλο. Ο Θεός θα δίνει δύναμη σε όλους και κάποια στιγμή ο εχθρός θα φύγει από το έδαφός μας». Η πίστη του συνδέεται με τη διεθνή στήριξη: «Εχουμε βοήθεια από όλο τον δημοκρατικό κόσμο. Και πιστεύουμε ότι θα νικήσουμε».

Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιος

– Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1979 στο Βόβκοβε της Οδησσού. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό Στάρα Ζαντόβα στην περιφέρεια του Τσερνιβτσί. Σπούδασε στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου και το 2003 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ Θεολογίας. Τα έτη 2006-2007 φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

– Εξελέγη μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας στις 15 Δεκεμβρίου 2018, στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο. Το διάταγμα για την Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 5 Ιανουαρίου 2019 και, ανήμερα των Θεοφανίων, παραδόθηκε επισήμως ο Τόμος της Αυτοκεφαλίας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT