«Η ζωή μου όλη είναι ένα θαύμα. Αν σκεφτώ από πού ξεκίνησαν οι γονείς μου και πώς πορεύτηκα ώς εδώ, φαντάζει σαν ένα απίθανο σενάριο». Την περασμένη Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου ο Κώστας Γαβράς, ακμαίος, αγωνιστής και ωραίος, «έσβησε» 93 κεριά στη Θεσσαλονίκη. Δώρα τιμής επιφύλασσε η πόλη στον δημιουργό που συνδέθηκε με τη Θεσσαλονίκη μέσα από την πολιτική του ταινία «Ζ» για να «Ζει» πάντα στη συλλογική μνήμη μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της: η δολοφονία του ειρηνιστή βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο του 1963 και η προσπάθεια για την απόδοση δικαιοσύνης με την αναζήτηση των ενόχων από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Στην ονοματοδοσία «σημείο Ζ» του τόπου της τραγικής δολοφονίας, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Βενιζέλου, ο σπουδαίος Ελληνας σκηνοθέτης ανταπέδωσε με σεμνότητα και συγκίνηση τις ευχαριστίες για τον «δείκτη μνήμης», της ταινίας με την οποία συνεισέφερε έμμεσα στη διάδοση στέλνοντας το δικό του μήνυμα: «Αυτή δεν είναι μια τελετή για το φιλμ αλλά για τον άνθρωπο Λαμπράκη και για τις ιδέες του να γυρίσει τον κόσμο με ένα πανό όπου έγραφε “Ελλάς” με το σύμβολο της Ειρήνης. Αυτό πρέπει να μείνει στη μνήμη ώστε όλοι οι Ελληνες, ενωμένοι, να ξεχάσουμε τους φανατισμούς και τις διαφορές για να μην περάσουμε ξανά από μίση και εμφυλίους που έζησε η γενιά μου».
«Μια τελετή τιμής, όπως και κάθε πράξη μας, ακόμα και αυτή η συνομιλία μας είναι πολιτική», έλεγε τη γενέθλια μέρα στην «Κ» ο Κώστας Γαβράς που μας μίλησε για το θαύμα της ζωής και της διεθνούς καριέρας του. «Τα οφείλω σε δύο γυναίκες. Στη μητέρα και στη σύζυγό μου. Στη μητέρα μου, γιατί, μια γυναίκα τελείως αγράμματη, επέμενε να μάθουμε γράμματα. Ηταν το όνειρό της. Εκείνη με παρότρυνε να φύγω όταν δεν έγινα δεκτός στο πανεπιστήμιο λόγω πολιτικών φρονημάτων. Η μόνη χώρα όπου μπορούσα να φοιτήσω χωρίς δίδακτρα ήταν η Γαλλία. Δούλεψα, συγκέντρωσα μερικά χρήματα και έτσι, από το περιβάλλον του χωριού και τη φτώχεια της Αθήνας στον Κολωνό όπου φυτοζωούσαμε, βρέθηκα στο Παρίσι. Στο πανεπιστήμιο με δέχτηκαν σαν να ήμουν Γάλλος και άνοιξε μπροστά μου ο κόσμος, μετεβλήθη εντός μου όλος ο ρυθμός του κόσμου. Από εκεί και πέρα στον δρόμο μου, κάθε βήμα, κάθε στάση, ήταν και ένα μικρό θαύμα. Ειδικά στον κινηματογράφο», μας λέει από το πρώτο του φιλμ, μέχρι σήμερα που επιχειρεί να γράψει, όπως μας αποκάλυψε, την επόμενη ταινία του. «Αν τα καταφέρω θα την κάνω», λέει.
Θεωρώ ότι κάθε ταινία είναι πολιτική, ακόμα και οι καθημερινές απλές ιστορίες της ζωής. Γι’ αυτό εμείς οι σκηνοθέτες έχουμε μεγάλη ευθύνη, πιο βαθιά.
Η πιο καθοριστική στάση σε αυτή την πορεία ήταν η περίοδος που εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη και η δημιουργία του πρώτου του φιλμ, «Βαγόνι δολοφόνων», το σενάριο του οποίου δούλευε παράλληλα και τον ενθάρρυνε να το γυρίσει η Σιμόν Σινιορέ και ο Ιβ Μοντάν. «Η ταινία πέτυχε κι ένιωσα μεγάλη υπερηφάνεια, γιατί στο πρώτο αν αποτύχεις, χάνεσαι. Ειδικά εκείνη την εποχή της νουβέλ βαγκ στο Παρίσι όπου όλοι οι σκηνοθέτες ήταν παιδιά ευκατάστατων οικογενειών και είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν. Για μένα ήταν τελείως απίθανο και απροσδόκητο, ένα μικρό θαύμα κι αυτό που μου έδωσε ώθηση να προχωρήσω». Και προχώρησε, κρατώντας μια σταθερή και επιτυχημένη διεθνή πορεία. «Την κράτησα χάρη στη σύζυγό μου Μισέλ που οργάνωσε μια οικογενειακή ζωή, απλή, λιτή χωρίς υπερβολές και άσκοπες σπατάλες. Ηταν πλάι μου σε κάθε βήμα, άκουγα πάντα τη γνώμη της. Ηταν ο μέντοράς μου που με καθοδηγούσε και με συμβούλευε σε ζητήματα ζωής και καριέρας». Ωστόσο ήταν μόνο αυτό ή και η κινηματογραφική – πολιτική γλώσσα της φιλμογραφίας του;
«Πιστεύω ότι όταν τα πρόσωπα του κινηματογράφου συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την αλήθεια της ζωής, τότε αγγίζουν το κοινό… γιατί του μεταφέρουν την εικόνα τους και ζητήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Θεωρώ ότι κάθε ταινία είναι πολιτική, ακόμα και οι καθημερινές απλές ιστορίες της ζωής. Γι’ αυτό εμείς οι σκηνοθέτες έχουμε μεγάλη ευθύνη, πιο βαθιά. Το ζήτημα δεν είναι απλώς να μεταφέρεις μια ιδέα περί αλήθειας ή ψέματος, αλλά πώς θα προκαλέσεις συγκίνηση στον θεατή».

– Το «Ζ» ήταν μια πολιτική πράξη;
– Απολύτως. Οταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, σχεδιάζαμε με φίλους (Ιβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ κ.ά.) να οργανώσουμε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Αυτές όμως ξεχνιούνται στον χρόνο και δεν αλλάζουν τίποτα. Πρότεινα αμέσως να κάνω μια ταινία βασισμένη στο βιβλίο «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, που θα ήταν σαν μια κραυγή διαμαρτυρίας, σαν ένα τεράστιο σύνθημα γραμμένο στον τοίχο «Κάτω η δικτατορία». Το δέχτηκαν όλοι. Αναζήτησα χρηματοδότηση. Το πρώτο μικρό ποσό μας ενθάρρυνε. Τα καταφέραμε κάνοντας τα γυρίσματα στην Αλγερία χάρη στον πρόεδρο της χώρας. «Εκείνοι είναι στρατιωτικοί φασίστες, εμείς είμαστε επαναστάτες», είπε κι έδωσε την άδεια. Τις δύο πρώτες εβδομάδες προβολής οι αίθουσες ήταν άδειες. Οσοι όμως πήγαν, χειροκροτούσαν θερμά. Σιγά σιγά, από στόμα σε στόμα, έγινε τεράστια επιτυχία. Η ταινία έπαιξε 40 εβδομάδες.
– Ποιο από τα θέματα της ταινίας παραμένει επίκαιρο έως σήμερα;
– Η Δικαιοσύνη, η ανεξαρτησία της οποίας παραμένει υπό αμφισβήτηση. Είναι όμως ο ύψιστος θεσμός της Δημοκρατίας. Η αναζήτηση της αλήθειας από τον Σαρτζετάκη την εποχή εκείνη παρά τις τεράστιες πιέσεις, μας δείχνει, ειδικά σήμερα, ότι η λειτουργία των θεσμών ακόμα και σε δημοκρατικά καθεστώτα, εξαρτάται από τους ανθρώπους που την υπηρετούν.
– Στο σημερινό εφιαλτικό γεωπολιτικό παιχνίδι υπάρχουν αντίστοιχες του «Ζ» κινηματογραφικές κραυγές διαμαρτυρίας;
– Υπάρχουν. Στη Γαλλία πολλές γυναίκες δημιουργούν ταινίες που μοιάζουν με κραυγές διαμαρτυρίας, κυρίως εσωτερικές. Οταν αυτές οι κραυγές αποδίδονται σωστά στον κινηματογράφο, έχουν μεγάλη απήχηση. «Ακούγονται» από χιλιάδες ανθρώπους κι αυτή είναι η δύναμη του κινηματογράφου. Παρόλο που έχει αποδυναμωθεί. Σήμερα βλέπουμε ταινίες στο σπίτι, μόνοι. Κάποτε πηγαίναμε στις αίθουσες, συζητούσαμε. Η θέαση ήταν συλλογική εμπειρία. Αυτή όμως δημιουργεί συνείδηση. Οι αρχαίοι Ελληνες το είχαν καταλάβει καλά. Γι’ αυτό έχτιζαν θέατρα. Συγκέντρωναν τους πολίτες για να παρακολουθήσουν ανθρώπινες ιστορίες, άμεσες ή έμμεσες. Ηταν μια μορφή δημοκρατικής πράξης.
– Η Αριστερά σήμερα έχει φωνή για μια ισχυρή πολιτική κατεύθυνση απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς;
– Σ’ αυτόν τον πολιτικό μαραθώνιο που μοιάζει με αθλητικό αγώνα η Αριστερά έμεινε πίσω. Είναι απογοητευτικό, γιατί είχε τη δυνατότητα να επιβληθεί μέσα από μια διαφορετική σχέση με την κοινωνία. Πιστεύω ότι έχουμε μπει σε μια πολύ δύσκολη εποχή. Σήμερα στη Γαλλία υπάρχει ενδεχόμενο να γίνει πρωθυπουργός ο νεαρός Ζορντάν Μπαρντελά. Δυστυχώς οι ευφυείς και ικανοί άνθρωποι αποφεύγουν την πολιτική γιατί έχει αλλάξει η ποιότητά της. Η πολιτική δεν βιώνεται πια ως χώρος ιδεών και ηθικής ευθύνης, αλλά συχνά ως ένα επιχειρηματικό παιχνίδι όπου η οικονομία επιβάλλει τους όρους της. Ο κόσμος έχει μπει σε μια εντελώς διαφορετική συνθήκη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κατάσταση στο Ισραήλ, η επιστροφή του Τραμπ – όλα διαμορφώνουν μια νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν μπορούμε να επιστρέψουμε σε μια ήρεμη περίοδο, ούτε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Προς το παρόν, η πορεία είναι ανησυχητική. Και φοβάμαι ότι αυτή η σκοτεινή φάση δεν θα είναι σύντομη.
– Αν κάνατε ταινία σήμερα ποιο πολιτικό ζήτημα από τη σύγχρονη πραγματικότητα θα επιλέγατε;
– Τη χειραγώγηση των ΜΜΕ. Τη σύγχρονη φεουδοκρατία. Στη Γαλλία σήμερα δυο-τρεις άνθρωποι με τον πλούτο και την επιρροή τους ελέγχουν εφημερίδες, τηλεοράσεις εκδοτικούς οίκους, κινηματογράφους. Οι δημοσιογράφοι συχνά ακολουθούν, χωρίς να αμφισβητούν. Αυτό είναι το χειρότερο είδος φεουδαρχίας.
Το «Ζ» θα προβηθεί άυριο Κυριακή 15 Φεβρουαρίου στο Ολύμπιον στις 11.30 και θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό παρουσία του σκηνοθέτη.

