«Δεν ήμουν μια απλή θεατής. Ενιωσα μια προσωπική κάθαρση, βλέποντας την ιστορία μου να ξεδιπλώνεται στη σκηνή και με κατέκλυσε ένα συναίσθημα που δεν μπορούσα να συγκρατήσω. Και όμως, όσο το αισθανόμουν αυτό, καταλάβαινα ότι δεν ήμουν μόνη. Σε μια αίθουσα με εκατό ανθρώπους, ήξερα, δυστυχώς, ότι πιθανότατα υπάρχουν πολλοί που κουβαλούν παρόμοιες πληγές».
Εμφανώς συγκινημένη, αλλά με φωνή σταθερή και ήρεμη, η Βανέσα Σπρινγκορά μιλάει στην «Κ» για την παράσταση «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας», που παρακολούθησε την Τρίτη στο Θέατρο Τέχνης (σκην. Ειρήνη Λαμπρινοπούλου) και βασίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της με τίτλο «Συναίνεση», που κυκλοφόρησε το 2020 στη Γαλλία και το 2025 στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μετρονόμος (μτφ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μηχαηλίδης), σοκάροντας τη γαλλική κοινή γνώμη. Σε αυτό, η Γαλλίδα συγγραφέας αποτυπώνει την κακοποίησή της από τον διάσημο συγγραφέα Γκαμπριέλ Ματζνέφ, με τον οποίο είχε ερωτική σχέση όταν ήταν 13 ετών έως τα 15 της. Περιγράφει, μεταξύ άλλων, πώς μια ολόκληρη λογοτεχνική και πολιτιστική ελίτ τις δεκαετίες ’70 και ’80 στο Παρίσι προστάτευε και εξυμνούσε έναν άνδρα 50 ετών, που διατηρούσε σχέσεις με ανήλικα κορίτσια και για τις οποίες μιλούσε λεπτομερώς στα μυθιστορήματά του.
«Δεν είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να κυκλοφορήσει, να κρυφτώ από πίσω του και να εξαφανιστώ. Εφόσον πρόκειται για μια προσωπική ιστορία, έπρεπε να την υποστηρίξω», μας λέει η συγγραφέας, σημειώνοντας ότι τα όσα αποφάσισε να γράψει συμπυκνώνουν μια συλλογική εμπειρία βίας που δεκάδες χιλιάδες παιδιά έχουν βιώσει ή βιώνουν στον κόσμο. Με αφορμή την παράσταση, η συγγραφέας μίλησε χθες στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Ελλάδος για το έργο της, με την ομιλία της να εντάσσεται στον κύκλο διαλέξεων «Ραντεβού στη Σίνα».
Καταλάβαινα ότι δεν ήμουν μόνη. Σε μια αίθουσα με εκατό ανθρώπους, ήξερα, δυστυχώς, ότι πιθανότατα υπάρχουν πολλοί που κουβαλούν παρόμοιες πληγές.
Πριν εξιστορήσει τη σχέση της με τον Ματζνέφ, η Σπρινγκορά στο βιβλίο της αναφέρεται, μέσα από το εφηβικό βλέμμα της, στη σχέση με τους γονείς της. Αφιερώνει, μάλιστα, αρκετές σελίδες για να αποτυπώσει τη συμπεριφορά του απόμακρου, αδιάφορου και επικριτικού πατέρα της, αλλά και τις δυσκολίες του γάμου με τη μητέρα της, κάτι που σταδιακά την οδηγεί προς τον μόνο άνθρωπο που φαινομενικά νοιαζόταν για εκείνη. «Ο πατέρας μου πέθανε τέσσερις ημέρες μετά την έκδοση του βιβλίου και ήμουν πεπεισμένη ότι έφταιγα για αυτό. Ταυτόχρονα όμως ένιωσα ανακούφιση, όταν είδα πώς η νεολαία, κυρίως, ταυτίστηκε και αγκάλιασε την ιστορία μου».

Η ανταπόκριση αυτή, όπως εξηγεί, συνδέθηκε και με τον τρόπο που επέλεξε να προωθήσει προς τα έξω το βιβλίο. «Οι εκδότες έλεγαν ότι σήμερα ένα βιβλίο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την παρουσία του στα κοινωνικά δίκτυα. Εγώ όμως, για να αποφύγω τις μαζικές διαδικτυακές επιθέσεις και απειλές που δέχονται όλες οι φεμινίστριες, οι οποίες μιλούν μέσα από το έργο τους για αυτά τα θέματα, αποφάσισα να μην αναρτήσω τίποτα για αυτό. Και όμως, η πορεία του απέδειξε ότι ένα βιβλίο μπορεί ακόμη να διαδοθεί και μόνο μέσα από τον Τύπο. Προφανώς, αργότερα, δημοσιεύτηκε και από πολλούς λογαριασμούς στο Διαδίκτυο, αλλά δεν ήταν αυτή η αφετηρία του», υπογραμμίζει.
Στη «Συναίνεση», η Βανέσα Σπρινγκορά επιστρέφει στην εποχή μετά τον Μάη του ’68, όταν σε πολλές περιπτώσεις η έννοια της ελευθερίας καπηλεύτηκε και χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει συμπεριφορές που εξυπηρετούσαν συγκεκριμένα συμφέροντα. Θυμίζει πώς στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ένα μεγάλο μέρος της γαλλικής διανόησης υπερασπιζόταν δημοσίως κατηγορουμένους για «σχέσεις» με ανηλίκους, φτάνοντας μάλιστα να ζητούν την αποποινικοποίηση τέτοιων πράξεων στο όνομα της δήθεν «συναίνεσης» παιδιών 13 και 14 ετών και της ελεύθερης βούλησης. «Μετά το MeToo, κυρίως, όλα αυτά άλλαξαν ριζικά στη Γαλλία. Μια νέα γενιά διανοουμένων και νεο-φεμινιστριών ανέδειξε δυναμικά τα ζητήματα της σεξουαλικής βίας, με την αλλαγή αυτή να έχει και απτό νομικό αντίκτυπο. Μέχρι το 2021, αν ένα παιδί έλεγε στο δικαστήριο πως η ερωτική σχέση με έναν ενήλικο ήταν συναινετική, η πράξη συχνά υποβιβαζόταν από κακούργημα σε πλημμέλημα. Ο νόμος πλέον προβλέπει όριο αυτόματης μη συναίνεσης, ανεξάρτητα από το τι δηλώνει ο ανήλικος», τονίζει η συγγραφέας.
Για εκείνη το ερώτημα δεν θα έπρεπε ποτέ να είναι τι συμβουλεύουμε τα παιδιά να κάνουν. «Για μία έφηβη ή έναν έφηβο είναι φυσιολογικό να θέλει να γοητεύσει κάποιον που θαυμάζει, να δει αν αυτό “δουλεύει”, ή αν έχει πέραση στους γύρω του. Η ευθύνη βαραίνει αυστηρά τους ενηλίκους που τους πλαισιώνουν. Αν πρέπει να αλλάξει κάτι, τότε αυτό είναι μόνο η συμπεριφορά και η νοοτροπία των ενηλίκων», καταλήγει.

