«Το βασικό ερώτημα για το μέλλον είναι αν (η Ελλάδα) μπορεί να διατηρήσει τα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης», υπογραμμίζει στην «Κ» ο αναπληρωτής διευθυντής της ομάδας αξιολόγησης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της S&P Global Ratings, Πιερ Ολγίεν. Λίγες ημέρες πριν από την τελευταία αξιολόγηση του αμερικανικού ομίλου, η οποία διατήρησε την Ελλάδα στο BBB με σταθερές προοπτικές, ο υπεύθυνος για το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εξήρε τις προσπάθειες των ελληνικών τραπεζών για την αποπληρωμή των φορολογικών πιστώσεων. Παράλληλα, ανέδειξε ως βασικά διαρθρωτικά εμπόδια το νομικό πλαίσιο, την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του κτηματολογίου και τον υψηλό δείκτη διαφθοράς.
– Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τους ισολογισμούς τους. Από τη σκοπιά της S&P, πώς αξιολογείτε τη συνολική πρόοδο της Ελλάδας στην ενίσχυση του χρηματοοικονομικού και λειτουργικού περιβάλλοντος για τις τράπεζες και τους επενδυτές;
Η πορεία ανάκαμψης της Ελλάδας είναι αξιοσημείωτη. Η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών –με την Crediabank να αποτελεί το τελευταίο κομμάτι του παζλ–, σε συνδυασμό με την ενοποίηση του τομέα, αποτέλεσαν κρίσιμα βήματα προς την οικοδόμηση ενός ασφαλέστερου τραπεζικού συστήματος.
Πρόσφατα αξιολογήσαμε θετικά τις προσπάθειες των τραπεζών να επιταχύνουν την απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων, δηλαδή την κληρονομιά της κρίσης, με στόχο την ευθυγράμμιση των κεφαλαιακών τους δομών με αυτές των ομολόγων τους στην Ε.Ε. Το ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων έχει υποστηρίξει τις τράπεζες σ’ αυτές τις προσπάθειες, ενισχύοντας την κερδοφορία σε μια περίοδο που η δημιουργία νέων επιχειρήσεων παρέμεινε υποτονική.
Η ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος, οι προκλήσεις στο δανειακό περιβάλλον, οι τομείς της οικονομίας που θα προσελκύσουν τις περισσότερες επενδύσεις και τα διαρθρωτικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν.
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Αυτές περιλαμβάνουν το σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων που κατέχουν σήμερα οι εταιρείες απόκτησης πιστώσεων (70-80 δισ. ευρώ), καθώς και επιχειρηματικά μοντέλα που παραμένουν κάπως λιγότερο διαφοροποιημένα από αυτά άλλων ευρωπαϊκών τραπεζικών συστημάτων, όπως της Ιταλίας ή της Ισπανίας, παρά τις πρόσφατες προσπάθειες διεύρυνσης των πηγών εσόδων μέσω απόκτησης και ανάπτυξης δραστηριοτήτων ασφάλισης και διαχείρισης περιουσίας.
– Μιλώντας για την ελληνική οικονομία, ποιοι τομείς θεωρείτε ότι θα δημιουργήσουν τις πιο ευνοϊκές πιστωτικές συνθήκες για τις τράπεζες τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια;
Μέχρι σήμερα οι εταιρικές χορηγήσεις και η ναυτιλία έχουν αποτελέσει τους κύριους μοχλούς της πιστωτικής ανάπτυξης. Προβλέπουμε ότι στο μέλλον θα αυξηθεί η συμβολή του λιανικού τομέα, ιδίως των ενυπόθηκων δανείων. Μέχρι το 2025 τα χαρτοφυλάκια ενυπόθηκων δανείων των ελληνικών τραπεζών αναμένεται να σταθεροποιηθούν έπειτα από μια δεκαετία συρρίκνωσης. Σημαντικό μέρος των ενυπόθηκων δανείων που χορηγήθηκαν πριν από το 2012, δηλαδή κατά τη διάρκεια της κρίσης, πλησιάζει τώρα στη λήξη του.
Αυτό σημαίνει ότι οι σημαντικές αποπληρωμές που έλαβαν οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια θα αρχίσουν να μειώνονται, ενώ η χορήγηση νέων ενυπόθηκων δανείων κερδίζει δυναμική χάρη στην ισχυρή ζήτηση για κατοικίες. Αν και ο πλήρης αντίκτυπος μπορεί να μην είναι ορατός τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, αναμένουμε ότι τα ενυπόθηκα δάνεια θα αποτελέσουν σημαντικό μοχλό ανάπτυξης των δανείων μεσοπρόθεσμα.
Από την άλλη, παραμένει μια ανωμαλία στο τραπεζικό τοπίο της Ε.Ε. το γεγονός ότι τα ενυπόθηκα δάνεια αντιπροσωπεύουν τόσο μικρό μερίδιο του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων των ελληνικών τραπεζών, δηλαδή περίπου 20%-25%.
– Συγκριτικά μιλώντας και με γνώμονα τα χαρακτηριστικά άλλων κρατών στην περιοχή, ποια θα προσδιορίζατε ως τα τρία σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας που υποστηρίζουν την πιστοληπτική ικανότητα και την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα;
Πρώτον, τα περιθώρια των εταιρικών δανείων τα οποία, παρά την κάποια συμπίεση, συνεχίζουν να υποστηρίζουν την ισχυρή δημιουργία κερδών. Δεύτερον, την άφθονη ρευστότητα και το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης, που υποστηρίζονται από έναν ισολογισμό που χρηματοδοτείται κυρίως από καταθέσεις και, τρίτον, μια ενοποιημένη αγορά με περιορισμένο ανταγωνισμό, που προστατεύει τις τράπεζες από πιθανές διαταραχές και πιέσεις στις τιμές τόσο στον τομέα των δανείων όσο και στον τομέα των καταθέσεων.
– Πώς αντιλαμβάνονται σήμερα οι διεθνείς επενδυτές τον τραπεζικό τομέα της Ελλάδας από την άποψη του κινδύνου; Και ποιο ποσοστό των επενδυτών εξακολουθεί να κατατάσσει την Ελλάδα ως χώρα μετρίου ή υψηλού κινδύνου για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα;
Δεν είναι δική μας δουλειά να σχολιάσουμε αυτό το θέμα. Ωστόσο, είναι σαφές ότι υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον από τους επενδυτές, όπως αποδεικνύεται από τις τιμές των πρόσφατων εκδόσεων ομολόγων, ιδίως των μέσων «AT1», οι οποίες έχουν συγκλίνει προς τον μέσο όρο της Ε.Ε.
– Παρά τις βελτιώσεις, οι επενδυτικές εισροές στην Ελλάδα παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Από την άποψη του πιστωτικού κινδύνου, ποια διαρθρωτικά εμπόδια συνεχίζουν να επηρεάζουν περισσότερο τις οικονομικές προοπτικές της χώρας; Ελλειψη εργατικού δυναμικού, φορολογία ή κάτι άλλο;
Από καθαρά τραπεζική άποψη η Ελλάδα παραμένει σχετικά μικρή αγορά σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το νομικό πλαίσιο συνεχίζει να καθιστά τις διαδικασίες κατάσχεσης δυσκίνητες και οι εκκρεμείς υποθέσεις στα δικαστήρια παραμένουν σημαντικές. Επιπλέον, η διαδικασία χαρτογράφησης και απεικόνισης του κτηματολογίου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και η Ελλάδα συνεχίζει να έχει χαμηλή βαθμολογία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στους δείκτες που μετρούν την αντίληψη περί διαφθοράς (σ.σ.: σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην αντίληψη των πολιτών περί διαφθοράς).
– Ποιοι τομείς στην Ελλάδα φαίνεται να βρίσκονται σε καλύτερη θέση για να προσελκύσουν χρηματοδότηση και κεφάλαια;
Στην Ελλάδα, οι τομείς που είναι πιο πιθανό να συνεχίσουν να προσελκύουν χρηματοδότηση είναι ο τουρισμός και οι υποδομές. Ο τελευταίος θα επωφεληθεί από την ανανέωση των επενδύσεων έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης στη χώρα.
– Τέλος, αν έπρεπε να επισημάνετε μια μακροοικονομική μεταβλητή, όπως η αύξηση του ΑΕΠ, ο πληθωρισμός ή ακόμη και η πορεία του δημοσίου χρέους, που είναι ενδεικτική της μελλοντικής πιστωτικής απόδοσης της Ελλάδας, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;
Αν και όλες αυτές οι μεταβλητές είναι σημαντικές, θα επισημαίναμε την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει την αύξηση του ΑΕΠ τόσο πάνω από εκείνη των ομολόγων της όσο και ευρέως σε ολόκληρη την οικονομία. Αυτό είναι απαραίτητο για τη στήριξη της συνεχιζόμενης επέκτασης των δανείων και τη διατήρηση της ποιότητας των περιουσιακών της στοιχείων. Η Ελλάδα έχει επωφεληθεί από ένα φαινόμενο αναπλήρωσης των καθυστερήσεων τα τελευταία χρόνια και το βασικό ερώτημα για το μέλλον είναι αν μπορεί να διατηρήσει τα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης.

