Η Πηνελόπη Μηνιάτη είναι μια γυναίκα που άφησε το στίγμα της στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Στη διάρκεια της θητείας της στην Ελληνική Αστυνομία χειρίστηκε δύσκολες υποθέσεις και κατάφερε χάρη στη χρήση νέων μεθόδων, όπως η εξέταση DNA και τα ψηφιακά πειστήρια να μετατρέψει τη Διεύθυνση σε ακόμα πιο υπολογίσιμη δύναμη.
Στο πρώτο μέρος της συνέντευξής της μιλάει για την απόφασή της να σπουδάσει βιολογία, την εμπειρία της στην αστυνομία, αλλά και για το αν υπάρχει το τέλειο έγκλημα.
«Το τέλειο έγκλημα
είναι εξαιρετικά δύσκολο
να υπάρξει»
•Σπούδασα στην Αμερική το 1982. Τότε, για μια κοπέλα σαν και εμένα ήταν σχεδόν αδιανόητο. Χωρίς συγγενείς στην Αμερική, χωρίς ίντερνετ για άμεση επικοινωνία. Η τύχη και η υποστήριξη φτάνει μέχρι ένα σημείο… Χωρίς σκληρή δουλειά δεν πας πουθενά.
•Επέστρεψα στην Ελλάδα το 1992, μετά τις σπουδές μου. Γύρισα για να κάνω το χατίρι στους γονείς μου. Τους είχα υποσχεθεί ότι θα προσπαθήσω να βρω δουλειά και να μείνω στην Ελλάδα. Ομως δε γνώριζα κανέναν από την επιστημονική κοινότητα.
•Είδα την προκήρυξη ότι η Αστυνομία αναζητούσε βιολόγους. Η πρώτη μου σκέψη ήταν «τι να τους κάνει η Αστυνομία τους Βιολόγους;». Έκανα αίτηση, οι γονείς μου χάρηκαν που θα έμενα στην Ελλάδα, εγώ δεν είχα ιδέα τι θα έκανα. Τελικά, η λύση ανάγκης εξελίχθηκε σε μια μεγάλη αγάπη.
•Ο χώρος της Αστυνομίας ήταν πολύ διαφορετικός από τους χώρους που μέχρι τότε κινούμουν, σπούδαζα και εργαζόμουν. Η Ελλάδα επίσης ήταν τελείως διαφορετική από την Αμερική. Από την απόλυτη απλότητα σχέσεων και διαδικασιών της Αμερικής ήρθα αντιμέτωπη με την αυστηρή ιεραρχία η οποία ήταν έκδηλη σε όλες τις εκφάνσεις της εργασιακής μας καθημερινότητας. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Έπρεπε να προσαρμοστώ στο περιβάλλον «των πολλών κανόνων».
•Σαν «γυναίκα στην Αστυνομία» ξεχώριζα, αλλά δεν ένιωσα ότι το φύλο μου με διαφοροποιούσε. Οι συνάδελφοι ήταν πάντα ευγενικοί, δεν θυμάμαι να είχα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
•Διαχωριστικές γραμμές στην Αστυνομία υπήρχαν, θυμάμαι έντονα τη διαφορά μεταξύ του επιστημονικού προσωπικού και των γενικών καθηκόντων συναδέλφων. Μας θεωρούσαν λίγο «περίεργους επιστήμονες» που δεν «καταλαβαίναμε» την Αστυνομία και πώς λειτουργεί.
•Στην αρχή δεν είχαμε διοικητικές ικανότητες, τα στοιχεία που δίναμε δεν ήταν σημαντικά, οι μπαρουτοκαπνισμένοι επικεφαλής των ερευνών είχαν τεράστια εμπειρία και τα γνώριζαν ήδη!
•Τους πρώτους μήνες ήθελα να παραιτηθώ. Τελικά ήμουν η μόνη που παρέμεινε μέχρι τέλους. Στα χρόνια που ακολούθησαν αντιλήφθηκα ότι ήμουν μέρος της επανάστασης που έφερε η ανάλυση DNA στο χώρο της εγκληματολογίας. Κάθε υπόθεση είναι διαφορετική, δεν βαρέθηκα ποτέ. Δεν υποφέρω την ρουτίνα.
•Πώς είναι να ηγείσαι των εγκληματικών εργαστηρίων; Είσαι η πρώτη που ξέρεις ένα αποτέλεσμα: ποιος «έφτιαξε» έναν εκρηκτικό μηχανισμό από μία οδοντογλυφίδα / ποιος σκότωσε τον πατέρα δύο μικρών παιδιών από ένα δαγκωμένο πορτοκάλι / που ξέρεις ότι ήταν λογικό να μην βρεις «ορφανά» αποτυπώματα ή DNA στο χώρο που σκότωσαν μια νεαρή μητέρα επειδή ο δράστης ήταν τελικά ο σύζυγος.
•Το τέλειο έγκλημα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει. Στην εγκληματολογική επιστήμη, η αρχή του Locard υποστηρίζει ότι ο δράστης ενός εγκλήματος θα φέρει κάτι στη σκηνή του εγκλήματος και θα φύγει με κάτι από αυτόν, και ότι και τα δύο μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εγκληματολογικά αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, είναι πολύ δύσκολο για τον δράστη να «προφυλαχθεί» και να μην αφήσει ίχνη. Ας μην ξεχνάμε ότι κάτι που δεν μπορεί να εξεταστεί σήμερα, μπορεί η τεχνολογία και η επιστήμη του αύριο να δώσουν απαντήσεις. «Το αδύνατο το σήμερα είναι το εφικτό του αύριο». Τα πειστήρια μπορούν να μιλήσουν και μετά από χρόνια.
•Ποια υπόθεση με κρατάει ξύπνια τα βράδια; Καμία. Ξέρω ότι τόσο εγώ όσο και οι συνάδελφοί μου, δουλεύαμε με επαγγελματισμό και σύμφωνα με τα διεθνή επιστημονικά πρωτόκολλα και πρότυπα, κάνοντας το καλύτερο που μπορούσαμε. Κοιμόμουν και εξακολουθώ να κοιμάμαι ήσυχη τα βράδια.
•Δεν δέχθηκα ποτέ πολιτικές πιέσεις ακόμα και για υποθέσεις που είχαν έντονο πολιτικό άρωμα, όπως η υπόθεση Novartis. Ωστόσο μπορώ να κατανοήσω γιατί οι ανώτατοι Αξιωματικοί δυνητικά μπορεί να είναι «ανοχύρωτοι» αν ποτέ προκύψουν πολιτικές πιέσεις ή πιέσεις μέσα από το Σώμα ή διαμέσου του Σώματος: η απάντηση είναι ο τρόπος με τον οποίο διενεργούνται οι κρίσεις των Αξιωματικών στην Ελληνική Αστυνομία. Αν δεν αλλάξει το σύστημα των κρίσεων, οι Αξιωματικοί μάλλον θα νιώθουν «ανοχύρωτοι», με όποιες επιπτώσεις αυτό συνεπάγεται.
•Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο αντιληπτό από όλους, το εύρος και η σπουδαιότητα των πρωτογενών πληροφοριών που προέρχονται από τα Εγκληματολογικά Εργαστήρια – κάποιες εξ αυτών άπτονται και θεμάτων Εθνικής Ασφάλειας. Είναι πολύ σημαντικό να έχουν μία μεγαλύτερη και ευρύτερη διοικητική αυτοτέλεια και ο επικεφαλής της εγκληματολογικής υπηρεσίας να νιώθει απόλυτα οχυρωμένος. Αν θέλαμε να προχωρήσουμε την σκέψη μας ένα βήμα παραπέρα θα έλεγα ότι η εγκληματολογική υπηρεσία δεν θα έπρεπε να υπάγεται σε συγκεκριμένη διωκτική Αρχή.
•Εχω δεχθεί απειλές για τη ζωή μου, τόσο μέσα σε δικαστικές αίθουσες όσο και εκτός αυτών. Προσωπικά δεν φοβήθηκα ποτέ, αλλά η οικογένειά μου φοβήθηκε για μένα.
•Η πιο δύσκολη υπόθεση που χειρίστηκα όλα αυτά τα χρόνια; Πολλές, κάποιες έχουν απασχολήσει το πανελλήνιο όπως η υπόθεση της Μικρής Άννυς, υποθέσεις που αφορούσαν τρομοκρατικά περιστατικά, η υπόθεση Τοπαλούδη στην Ρόδο, του νεαρού Αλκη στη Θεσσαλονίκη, της Καρολάιν Κράουτς στα Γλυκά Νερά.
•Οι πιο δύσκολες υποθέσεις είναι αυτές της ταυτοποίησης θυμάτων μαζικών καταστροφών. Όταν οι οικογένειες περιμένουν από το εργαστήριο την ταυτοποίηση των θυμάτων, των ανθρώπων τους. Υπήρχαν περιπτώσεις που έπρεπε να ταυτοποιηθούν ολόκληρες οικογένειες. Ο πόνος είναι ανείπωτος και εσύ προσπαθείς να κρατήσεις τον επαγγελματισμό σου και την ομάδα ενωμένη.
•Δεν ξεχνάς ποτέ. Δεν ξεχνάς τα προσωπικά αντικείμενα που σου έχουν δώσει για να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση. Ιδιαίτερα αυτά των παιδιών, αρκουδάκια, κουβερτούλες…
•Στο Μάτι ενεπλάκησαν σχεδόν όλα τα τμήματα των εργαστηρίων. Όλοι δούλευαν σαν τα θύματα να ήταν μέλη της οικογένειάς τους. Η εξερεύνηση βοήθησε στην συλλογή των σορών και προσωπικών αντικειμένων των θυμάτων, το φωτογραφικό στη φωτογράφισή τους και ανάπλαση προσώπου θύματος, το DNA και η δακτυλοσκοπία στις ταυτοποιήσεις, το τμήμα ανάλυσης ψηφιακών δεδομένων στο ποινικό σκέλος π.χ. ανάλυση των συσκευών GPS των εναέριων και επίγειων πυροσβεστικών μέσων. Όλοι όμως έστω και αν άμεσα δεν εμπλέκονταν συμπαραστέκονταν στους συναδέλφους που είχαν εμπλοκή είτε στο πεδίο, είτε στο νεκροτομείο η και στα εργαστήρια. Είμαι πολύ περήφανη για όλους. Συνήθως μετά από τέτοια περιστατικά, αφού τελειώσουν, θέλεις χρόνο να επανέλθεις… Μετά το Ήλιος θυμάμαι πόσο πολύ αγκάλιαζα τα παιδιά μου, μέχρι που κάποια στιγμή η 5χρονη τότε κόρη μου μου είπε… «μαμά φτάνει πια».!
•Αν είχε κλείσει ο κύκλος μου στην Αστυνομία; Είμαι 58 ετών επιστήμονας και ένας άνθρωπος που έχω αποδείξει ότι μπορεί να διοικεί εκατοντάδες ανθρώπους σε όλη τη χώρα με αποτελεσματικότητα και ανθρωπιά. Σε οποιοδήποτε άλλο φορέα, ιδιωτικό και δημόσιο, δεν θα είχα κλείσει τον κύκλο μου. Και σίγουρα δεν έκλεισα τον κύκλο μου ως Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εγκληματολογικών Ινστιτούτων. Από την διετή θητεία μου ολοκλήρωσα 10 μήνες. Αυτό δεν ήταν καλό για την χώρα μας.
•Τα δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι το τηλέφωνό μου παρακολουθείτο με προβλημάτισαν. Δεν γνωρίζω αν είναι αληθή. Ας δεχθούμε ωστόσο, μόνο ως υπόθεση εργασίας, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το επόμενο ερώτημα είναι αν οι παρακολουθήσεις έγιναν νομίμως. Αν πράγματι έγιναν για λόγους εθνικής ασφάλειας, ένας όρος που τα τελευταία χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα και συχνά χωρίς την απαιτούμενη ακρίβεια, τότε δεν υπάρχει ζήτημα. Πρόκειται για διαδικασία που λειτουργεί ως εργαλείο στα χέρια των αρμόδιων αρχών. Αν όμως οι υποκλοπές πραγματοποιήθηκαν υπό το πέπλο της νομιμότητας για να εξυπηρετηθούν ή να προστατευθούν συγκεκριμένα πρόσωπα, τότε το νόμιμο μετατρέπεται σε παράνομο και αυτό είναι πραγματικά ανησυχητικό.
•Η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη και αυτό είναι απολύτως ορθό. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, οφείλουμε όλοι να αποφεύγουμε την προδικασία και να μην προδικάζουμε το αποτέλεσμα των αποφάσεων. Κάτι τέτοιο μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση παρέμβαση στο έργο της. Δεύτερον, αν και διαθέτουμε στη μεγάλη τους πλειονότητα άξιους δικαστικούς λειτουργούς, δεν είμαι βέβαιη ότι τους έχουμε εξοπλίσει με τα απαραίτητα μέσα ώστε να διερευνήσουν με την απαιτούμενη ταχύτητα τόσο σύνθετα τεχνολογικά αδικήματα. Είναι γνωστό ότι ο χρόνος συχνά λειτουργεί υπέρ των δραστών και ότι ο κίνδυνος αλλοίωσης ή καταστροφής στοιχείων αυξάνεται όσο περνούν οι ώρες.
•Θα κλείσω με μια αναφορά που θεωρώ ενδεικτική της ευρύτερης ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στα τέλη Οκτωβρίου, ο εισαγγελέας Μισέλ Κλεζ, ειδικός σε ζητήματα διαφθοράς και ξεπλύματος χρήματος και ο δικαστής που συγκλόνισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με την έρευνά του για το Qatargate στο Βέλγιο, κατήγγειλε εκ νέου την έλλειψη ανθρώπινων και τεχνικών μέσων στη Δικαιοσύνη. Όπως είπε, «διεξάγουμε πολέμους με καταπέλτες απέναντι σε εγκληματίες που είναι καλύτερα εξοπλισμένοι». Δυστυχώς θεωρώ ότι τις ίδιες, ίσως και μεγαλύτερες, προκλήσεις αντιμετωπίζουν και οι Έλληνες δικαστές.
