Στα πέντε κιόλας λεπτά που μιλάει κανείς με τη Μαρίζα Κωχ, νιώθει σαν να βρίσκεται με μια παλιά φίλη που, απλώς, είχε καιρό να συναντήσει. Είναι η γνώριμη φιγούρα της –ανέγγιχτη από τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετινγκ που επιτάσσουν συχνές αλλαγές στο λουκ των καλλιτεχνών– αλλά και ο τρόπος που σε κοιτάζει, με ζεστασιά και αμεσότητα, που σχεδόν επιβάλλουν αυτήν την οικειότητα. Από τον πρώτο της προσωπικό δίσκο, τον «Αραμπά», έχουν περάσει 55 χρόνια.
Εκεί, για πρώτη φορά, δοκίμασε ένα νέο τρόπο απόδοσης παραδοσιακών τραγουδιών με συνοδεία κρουστών και ηλεκτρικών οργάνων. «Αρχισα να τραγουδώ την παράδοση γιατί αισθανόμουν την ανάγκη να ανήκω σε μια πατρίδα», λέει στην «Κ». «Ο πατέρας μου ήταν Γερμανός, ένας ωραίος άνδρας που μιλούσε αρχαία ελληνικά και ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα τη Σαντορινιά μητέρα μου, Μαργαρίτα, όταν την αντίκρισε σε ένα φωτογραφείο της πλατείας Καρύτση, τρεις μήνες αφότου είχαν μπει οι Γερμανοί στην Αθήνα. Εζησαν τέσσερα χρόνια μαζί και απέκτησαν την αδελφή μου και εμένα. Το φθινόπωρο του 1944, με την οπισθοχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, τα ίχνη του χάθηκαν. Αυτό το “τραύμα” το κουβαλούσαμε για δεκαετίες. Επρεπε να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε… ελέφαντες. Η μάνα μας φόρεσε μαύρα και δεν τα ξαναέβγαλε ποτέ. Τη θυμάμαι να μας λούζει με νερό με κυπαρισσόμηλα για να σκουρύνουν τα μαλλιά μας».
– Της κρατήσατε κακία που εξαιτίας της επιλογής της φέρατε αυτό το στίγμα;
– Στο μαμάκι μου; Ποτέ! Εχω ακόμη τη μυρωδιά του σβέρκου της όταν με αγκάλιαζε. «Σας λάτρευε ο πατέρας σας. Αν ζούσε, ακόμη και με ένα πόδι, ακόμη και με ένα χέρι να ήταν, θα μας είχε αναζητήσει και θα ήταν μαζί μας», μας είπε για εκείνον, χρόνια μετά, τη μοναδική φορά που μας αφηγήθηκε πώς γνωρίστηκαν, πώς αγαπήθηκαν και πώς χάθηκαν.
Ανέκαθεν στη ζωή μου με οδηγούσε ο πόνος. Οχι με την έννοια της άνευ όρων παράδοσης, όχι ως αδιέξοδο, αλλά ως μονοπάτι που κάπου με έβγαζε κάθε φορά.
– Απαλύνεται ποτέ αυτό το επώδυνο συναίσθημα;
– Οι βασανισμένοι άνθρωποι έχουν πάντα μια θλίψη μέσα τους. Αλλοτε καταλαγιάζει και άλλοτε ξυπνάει. Ως παιδί του πολέμου, τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή –όπως και λίγο πριν στη Γάζα– τον βιώνω έντονα. Κάθε σφαίρα που πέφτει τη νιώθω. Ανέκαθεν στη ζωή μου με οδηγούσε ο πόνος. Οχι με την έννοια της άνευ όρων παράδοσης, όχι ως αδιέξοδο, αλλά ως μονοπάτι που κάπου με έβγαζε κάθε φορά.
– Ο πόνος για την κατεχόμενη Κύπρο σάς έφερε το 1976 στη Γιουροβίζιον.
– Και μάλιστα κατόπιν ανάθεσης του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν γνωριζόμασταν καλά, είχαμε μια μάλλον τυπική σχέση. Ξαφνιάστηκα, λοιπόν, όταν ένα βράδυ πολύ αργά δέχθηκα ένα τηλεφώνημά του. «Αύριο το πρωί θέλω να μου φέρεις ένα τραγούδι, ένα μοιρολόι για την Κύπρο», μου είπε. Ξενυχτήσαμε με τον Μιχάλη Φωτιάδη που έγραψε τους στίχους και το πρωί το «Παναγιά μου, Παναγιά μου» ήταν έτοιμο. Αμα σε κόφτει κάτι, εμπόδια δεν υπάρχουν… Το πήγα στον Μάνο σε μια κασέτα, χωρίς ελπίδα ότι θα του αρέσει. Αφού το άκουσε, χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Αυτό ήθελα!», φώναξε ενθουσιασμένος κι αμέσως μετά τηλεφώνησε στη Νίκη Γουλανδρή. «Θα φροντίσεις να βρούμε ένα φόρεμα για τη Μαρίζα; Δεν θα την αφήσουμε να πάει σαν χίπισσα». (Γέλια)
– Η βραδιά του διαγωνισμού, στη Χάγη, ήταν επεισοδιακή. Δεν φοβηθήκατε;
– Εξω από το θέατρο διαδήλωναν χιλιάδες εξαγριωμένοι Τούρκοι και ενώ ήμουν στην κουίντα έτοιμη να βγω –ο λαουτίστας βρισκόταν ήδη στη σκηνή– ο υπεύθυνος ασφαλείας με κράτησε από το χέρι για να μην προχωρήσω. Υπήρχε απειλή για ελεύθερο σκοπευτή. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα τον Μανώλη μου, τον γιο μου. Θα τον ξανάβλεπα, άραγε; Δεν μπορούσα, όμως, να κάνω πίσω. Τράβηξα το χέρι μου και βγήκα.

– Παρακολουθείτε ακόμη τη Γιουροβίζιον; Πώς σας φάνηκε το τραγούδι του Ακύλα;
– Δεν την παρακολουθώ φανατικά, δεν με ενθουσιάζει που θεωρείται η απόλυτη έκφραση της μουσικής στην Ευρώπη. Ο Ακύλας, πάντως, μου είναι συμπαθής, μου αρέσει η τρέλα του.
– Η εμφάνιση και το στυλ είναι ισχυρές παράμετροι στη βιομηχανία του θεάματος. Σε εσάς, όμως, φαίνεται ότι δεν άρεσαν οι αλλαγές…
– Καθόλου. Σε ένα ταξίδι στη Θράκη, λίγο πριν κυκλοφορήσει ο «Αραμπάς», φόρεσα εκείνο το μακρύ ρούχο, την κελεμπία –στην πραγματικότητα ήταν ανδρικό νυχτικό– και αισθάνθηκα τόσο άνετα, εκατό τοις εκατό ο εαυτός μου, που ποτέ δεν σκέφτηκα να αλλάξω στυλ. Ακόμη και τον καιρό που με θεωρούσαν καλλονή. Πολλά από αυτά που φορούσα τα έραβα μόνη μου. «Επιανε» το χέρι μου, γι’ αυτό η μητέρα μου ήθελε να γίνω μοδίστρα. Στα δεκαέξι μου, χωριατάκι με σγουρά μαλλιά από περμανάντ, εργάστηκα σε έναν οίκο ραπτικής που στεγαζόταν σε ένα όμορφο νεοκλασικό πίσω από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Πήγαινα τα φορέματα στις πλούσιες πελάτισσες, στα σπίτια τους. Επειδή όμως αυτό ήταν προνόμιο γιατί έπαιρνα φιλοδωρήματα, όφειλα να σφουγγαρίζω και τη μαρμάρινη σκάλα του νεοκλασικού.
– Είχατε το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας;
– Οχι. Το είχα ξεπεράσει. Αλλωστε, μετά τον σεισμό της Σαντορίνης, η Πρόνοια με είχε στείλει σε ένα σπίτι στην Αθήνα όπου ουσιαστικά με είχαν σαν δουλάκι, υπηρέτρια. Η σκάλα θα με πείραζε; Μετά έπιασα την πρώτη μου κανονική δουλειά, σε ένα βιβλιοδετείο στην Ιερά Οδό. Από τότε μου έχει μείνει μια όμορφη σχέση με το χαρτί, έχω πάρει και σύνταξη ως βιβλιοδέτης. Καμαρώνω γι’ αυτό. Η ταξική μου συνείδηση έτσι μένει ολοζώντανη.
– Πότε εμφανιστήκατε για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό;
– Η μαμά μου δεν ήθελε να γίνω τραγουδίστρια. «Να τραγουδάς σε ταβέρνα και κάτω οι πελάτες να τρώνε; Θα τρίζουν τα κόκαλα του παππού σου. Γίνε καλόγρια, να τραγουδάς μέρα-νύχτα», μου έλεγε. Ο παππούς μου ήταν παπάς, δίπλα του είχα μάθει να ψέλνω. Για να τη μεταπείσω γράφτηκα στο ωδείο και υποσχέθηκα να δώσω εξετάσεις στη Λυρική. Εκεί, μια δασκάλα του πιάνου δούλευε στη «Ρουλότα», μπουάτ στην Πλάκα, και όταν μια τραγουδίστρια αρρώστησε μου πρότεινε να την αντικαταστήσω. Μολονότι πέρασα στη Λυρική μετ’ επαίνων, πάει το λυρικό τραγούδι…
– Η θητεία σας στα live είναι πολύ μεγάλη. Ποιες συναυλίες θυμάστε με ιδιαίτερη νοσταλγία;
– Κάποιες πολύ σημαντικές στο εξωτερικό. Οπως στην Κίνα, το 1980 – ήμουν η πρώτη τραγουδίστρια της Δύσης που εμφανίστηκε στο Πεκίνο. Την πρώτη μέρα στο κοινό ήταν μόνο φαντάροι. Τους είχαν φέρει για να… δοκιμάσουν το θέαμα! Ο Ελληνας πρέσβης μού είχε πει «να είσαι ευχαριστημένη αν σε χειροκροτήσουν με τα ακροδάχτυλά τους. Ετσι είναι οι Κινέζοι». Τελικά, το θέατρο κόντεψε να γκρεμιστεί από τα χειροκροτήματα και τα ποδοβολητά. Ειδικά όταν τραγούδησα την «Κοντούλα λεμονιά». Υπήρξαν κι άλλες όμορφες στιγμές: στο θέατρο Λίνκολν της Νέας Υόρκης, στο Μπομπούρ του Παρισιού, στη Μόσχα.
– Η ποίηση παραμένει πυλώνας στο έργο σας, πρώτη μελοποιήσατε Νίκο Καββαδία. Από τους Ελληνες ποιητές ποια είναι η «Αγία Τριάδα» σας και γιατί;
– Ο Διονύσιος Σολωμός για τον τρόπο που περιγράφει το πένθος. Ο Γιώργος Σαραντάρης για τον αγνό πατριωτισμό του. Ο Γιώργος Σεφέρης γιατί κουβαλάει την προσφυγιά. Ειδικά στα νεανικά μου χρόνια, πριν η αγάπη του κόσμου μέσα από το τραγούδι με δέσει τόσο δυνατά με τη χώρα μας, αισθανόμουν πρόσφυγας. Δύο πατρίδες είχα και καμιά δεν με ήθελε… Κι αν μου επιτρέπεις να μιλήσω για τον ποιητή πάνω στον οποίο τώρα δουλεύω –είμαι ήδη στο στούντιο ηχογράφησης– θα πρόσθετα τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Με συγκινεί η τόλμη με την οποία μιλάει για τα μύχια της ψυχής του. Η αφοβία του.
Μια ωραία «αρπαγή»
«Από τα χρόνια των μπουάτ αγάπησα την ποίηση. Κι έπεσα με τα μούτρα, διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Σιγά σιγά άρχισα να μελοποιώ στίχους μεγάλους ποιητών. Αυτά που δεν έβρισκαν τον δρόμο για τη δισκογραφία, τα έβαζα σε ένα συρτάρι, που με τα χρόνια έγινε μπαούλο. Στην αρχή της πανδημίας, τότε που άνθρωποι πέθαιναν, νόσησα από COVID. Πριν φύγω για το νοσοκομείο, έβαλα όλα τα χειρόγραφα σε σακούλες σκουπιδιών και τα πέταξα στους κάδους της ανακύκλωσης. Μπορεί να σου φαίνεται αδιανόητο, αλλά δεν ήξερα αν θα ζήσω κι αυτά τα “ορνιθοσκαλίσματά” μου άλλος δεν μπορούσε να τα αποκωδικοποιήσει. Δεν το έχω μετανιώσει».
– Φοβάστε τον θάνατο;
– Ειλικρινά, όχι. Ελπίζω μόνο σε μια ωραία… αρπαγή. Λέω «Θεέ μου, όποτε με νιώσεις έτοιμη, αν δεν έχω κάνει κάποια αδικία, πάρε με, αλλά μη με ταλαιπωρήσεις. Να φύγω όρθια.
Η συνάντηση
Γευματίσαμε στο Fratti, ένα κουκλίστικο μπιστρό στο Κουκάκι. Επέλεξε την ομώνυμη σαλάτα, με ντοματίνια, μους φέτας, βασιλικό και χαρούπι, κι εγώ μια πράσινη, με αβοκάντο, μανούρι και καραμελωμένους ξηρούς καρπούς. Μιλήσαμε για την οικογένεια του γιου της, αρχιτέκτονα Μανώλη Αναστασάκη, τον οποίο καμαρώνει, για την επόμενη παράστασή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 14 Μαΐου, για την αυτοβιογραφία της «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης» (εκδόσεις Μεταίχμιο) που τώρα μεταφράζεται στα αγγλικά, για την Καρδαμύλη και τους ανθρώπους της, που την έχουν περιβάλει με πολλή αγάπη. Το σπίτι που έχει φτιάξει εκεί είναι το καταφύγιό της…

