Στις 28 Ιουλίου 2025 στο βήμα του ελληνικού Κοινοβουλίου ανέβηκε και μίλησε, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία του, μια 45χρονη μουσουλμάνα από ορεινό χωριό της Θράκης, η Αϊσέ Καρά. Δεν φορούσε μαντίλα ούτε ο λόγος της ήταν καταγγελτικός. «Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα. Oλοι μαζί εδώ ανοίγουμε ένα νέο κεφάλαιο της Ιστορίας της πατρίδας μας, της Ελλάδας, και της κοινότητάς μας».
Ιστορική μέρα γιατί; Διότι ψηφιζόταν το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της θρησκευτικής κοινότητας των τρεισήμισι χιλιάδων Ελλήνων Μπεκτασήδων – Αλεβιτών μουσουλμάνων της Θράκης, που ζούσαν στη σκιά της πλειονότητας των σουνιτών της ορεινής Ροδόπης και του Εβρου σε συνθήκες απομόνωσης.
Από το βήμα της Βουλής η Αϊσέ Καρά, μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής Μπεκτασήδων – Αλεβιτών της Θράκης, με αγώνες στην πρώτη γραμμή για την επίσημη ένταξη στον θρησκευτικό χάρτη της χώρας των Ελλήνων Μπεκτασήδων – Αλεβιτών, «σύστησε» στους εκπροσώπους του Κοινοβουλίου τους ομοθρήσκους της του Εβρου και τα έως τότε βάσανά τους.
Η ομιλία στη Βουλή
«Οπως στον Χριστιανισμό υπάρχουν κλάδοι και δόγματα, έτσι υπάρχουν και στο Ισλάμ. Εχουμε κι εμείς κοινές θεμελιώδεις πεποιθήσεις, αλλά και σημαντικές διαφορές. Για αιώνες οι Μπεκτασήδες – Αλεβίτες ζουν στην αφάνεια και στη σιωπή και συχνά βιώνουν έντονη καταπίεση. Μέχρι πριν από κάποια χρόνια οι τελετουργικές μας συνάξεις γίνονταν μυστικά, σε σπίτια, καθώς δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε δικούς μας χώρους λατρείας. Φανταστείτε έναν ορθόδοξο που πεθαίνει και την τελετή της κηδείας να πρέπει να την κάνει ένας προτεστάντης πάστορας. Πώς θα αισθανόταν η οικογένειά του; Κάπως έτσι ζούσαμε μέχρι σήμερα εμείς. Σήμερα, λοιπόν, ζητάμε από τη Βουλή των Ελλήνων να ψηφίσει την επίσημη αναγνώρισή μας».
Η παραπάνω παρέμβαση της Αϊσέ απέσπασε το χειροκρότημα της μεγάλης μερίδας των παρισταμένων βουλευτών και συνοδεύτηκε από ευρεία πλειοψηφία. Η «Κ» προσκάλεσε τη δραστήρια αυτή γυναίκα σε γεύμα, στο οποίο προσπαθήσαμε να «ακτινογραφήσουμε» επιμέρους πτυχές της ταυτότητας των εν πολλοίς άγνωστων στη χριστιανική κοινωνία κοσμοπολιτών μουσουλμάνων συμπατριωτών μας.
Εδειχνε περιχαρής. «Βγήκαμε επιτέλους στο φως, αλλά ο αγώνας δεν τελείωσε, σχεδιάζουμε να ιδρύσουμε μεταξύ άλλων και σύλλογο γυναικών, οι οποίες στην κοινότητά μας είναι δυναμικές και δραστήριες», λέει και από εκεί πιάσαμε το νήμα της συζήτησης.
«Σ’ εμάς, στον Μπεκτασισμό, η γυναίκα ήταν πάντα δυνατή, είχε ισοτιμία με τον άνδρα. Οι γυναίκες δεν φοβούνται να εκφράζονται, δεν φοβούνται να πάρουν αποφάσεις για την οικογένεια, τη θρησκεία, την κοινότητα, τον εαυτό τους. Ηταν πάντα ενεργά μέλη της κοινωνίας και στη θρησκεία, ενεργά στην κοινωνία ως μητέρες, δασκάλες, κ.λπ. Ακολουθούμε το Κοράνι, όχι όμως τόσο σφιχτά τους θρησκευτικούς κανόνες του. Δεν κοιτάμε αν η γυναίκα φοράει μαντίλα, αν καταναλώνει αλκοόλ. Εμείς κοιτάμε μέσα μας, κυρίως την εσωτερική καλλιέργεια της ψυχής, την αγάπη. Θεωρούμε ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι από τον θεό, εκπροσωπεί τον θεό, οπότε προσπαθούμε στην καθημερινή μας πρακτική να υπηρετούμε τον θεό».
Στο Ιράν η γυναίκα δεν έχει όνομα, δεν είναι Φατμέ, δεν είναι Αϊσέ. Σε βλέπουν ως γυναίκα. Ο,τι κι αν καταφέρεις στη ζωή σου δεν ση- μαίνει τίποτα, αφού είσαι γυναίκα.
Τη ρώτησα σε τι διαφέρει μια γυναίκα μπεκτασί από μια σουνίτισσα μουσουλμάνα.
«Ως προς τη θέση της στην κοινωνία. Εμείς προσευχόμαστε μαζί με τους άνδρες, κάτι που στον σουνιτισμό δεν επιτρέπεται. Οι σουνίτες άνδρες προσεύχονται αλλού και οι γυναίκες αλλού. Ειδικά στα τζαμιά οι γυναίκες είναι σε άλλο χώρο, προσεύχονται σχεδόν εν κρυπτώ».
Η διαδρομή και η στάση ζωής της γεννημένης στο χωριό Ρούσσα του Σουφλίου, 45χρονης καθηγήτριας της τουρκικής γλώσσας και διερμηνέως, αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της γυναίκας Μπεκτασί – Αλεβίτισσας, της σύγχρονης τουλάχιστον. Η Αϊσέ δεν φόρεσε ποτέ μαντίλα ούτε την υποχρεώνει, όπως τονίζει, κανείς –το ίδιο ισχύει γενικά για τις γυναίκες– να το κάνει.
Παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο έναν σουνίτη από την Ξάνθη, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο ο οποίος σπουδάζει σήμερα διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ωστόσο, ο γάμος δεν ευδοκίμησε και το θρησκευτικό και οικογενειακό περιβάλλον, κυρίως του συζύγου της, έπαιξε ρόλο στη διάλυσή του. «Ηταν δύσκολο να με αποδεχθούν. Πιέσεις είχα από την αρχή διότι ο άνδρας μου δεν ήταν μπεκτασί, ήταν σουνίτης, οπότε υπήρχε μια όχι ευχάριστη ατμόσφαιρα, δεν ήθελε η μαμά μου να παντρευτώ έναν σούνι αλλά με τον χρόνο το αποδέχτηκε. Από την οικογένεια του άνδρα μου, όμως, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Παρόλο που ήξερε η πεθερά μου ότι δεν προσεύχομαι με το χαλί, μου έλεγε συνέχεια: “Εκανες την προσευχή σου;”. Αυτό ήταν μια μορφή πίεσης. Ενιωθα να είμαι διαρκώς κάτω από τη σκιά του άνδρα μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου».
Αντεξε δέκα χρόνια. «Μετά το διαζύγιο άρχισα να γνωρίζω τον εαυτό μου. Κατάλαβα πόσο δυνατή είμαι, με δυο λόγια αισθάνομαι ότι ξαναγεννήθηκα». Μια διαζευγμένη γυναίκα δεν ενθουσιάζει στη μουσουλμανική κοινωνία, όμως η Αϊσέ τράβηξε τον δρόμο που της υπαγόρευε η ψυχή της. Η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας μπεκτασί στη νέα πραγματικότητα μετά την αναγνώριση την ενδιαφέρει οπωσδήποτε, εξ ου και το σχέδιο ίδρυσης συλλόγου στη Ρούσσα. Ομως, δεν την αφήνει ασυγκίνητη ως μουσουλμάνα και άνθρωπο η εξέγερση των γυναικών του Ιράν εναντίον της βάναυσης καταπίεσης από το θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων. «Ασφαλώς και παρακολουθώ το τι γίνεται στο Ιράν και δεν στενοχωριέμαι μόνο ως μπεκτασί, αλλά και ως άνθρωπος απλός, με αυτά που γίνονται. Είναι απίστευτο να ασχολείται ο ανδρικός κόσμος με μια τρίχα των γυναικών, δεν μπορώ να το καταλάβω και δεν είναι αποδεκτό. Είναι δυνατόν να τιμωρούν μια γυναίκα γιατί μπορεί να βγαίνει μια τρίχα από τα μαλλιά της έξω από το χιτζάμπ; Εκεί η γυναίκα δεν έχει όνομα, δεν είναι Φατμέ, δεν είναι Αϊσέ. Σε βλέπουν ως γυναίκα. Ο,τι κι αν καταφέρεις στη ζωή σου δεν σημαίνει τίποτα, αφού είσαι γυναίκα».
Η συζήτηση για την μπούργκα
Ζητήσαμε τη γνώμη της για τη συζήτηση που πάει να ανοίξει γύρω από την απαγόρευση της μπούργκας στην Ελλάδα. «Κάθε άτομο πρέπει να έχει την ελευθερία να τηρεί τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις και να εκφράζει την πίστη του με σεβασμό», είπε και έσπευσε να διευκρινίσει: «Ωστόσο, στους δημόσιους χώρους υπάρχουν ορισμένοι κανόνες που διασφαλίζουν την ομαλή επικοινωνία και την ασφάλεια όλων. Η δυνατότητα αναγνώρισης του προσώπου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Συνεπώς, ενώ η θρησκευτική έκφραση πρέπει να προστατεύεται, οποιαδήποτε θρησκευτικά, πολιτιστικά ή κοινωνικά σύμβολα που καλύπτουν πλήρως το πρόσωπο δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στους δημόσιους χώρους, ώστε να διατηρείται η κοινωνική συνοχή και η ασφάλεια».
Κλείνοντας, ρώτησα αν αυτοχαρακτηρίζεται ακτιβίστρια του Μπεκτασισμού ή και φεμινίστρια μουσουλμάνα. «Δεν κάνω ούτε θρησκευτικό ακτιβισμό ούτε φεμινισμό, δεν με τραβάνε. Είμαι απλώς μια μουσουλμάνα η οποία πιστεύει στον θεό, σέβεται το Κοράνι και ακολουθεί τον δρόμο των μπεκτασήδων, που αποτελεί μια ερμηνεία του Ισλάμ. Ως προς τον φεμινισμό, ήμουν και παραμένω μια γυναίκα που διεκδικώ το δικαίωμα να αποφασίζω ελεύθερα, χωρίς να ορίζει η θρησκεία τις επιλογές μου».
Αλλαγή στη λατρεία
Οι Μπεκτασήδες – Αλεβίτες είναι το φιλελεύθερο, το κοσμοπολίτικο σκέλος του Ισλάμ και επί αιώνες στη Θράκη αποτελούσαν μειονότητα μέσα στη βαθιά συντηρητική σουνιτική μουσουλμανική κοινότητα. Οι σουνίτες της Θράκης αντέδρασαν στην αναγνώριση των Μπεκτασήδων – Αλεβιτών αισθανόμενοι ότι αποτελεί μεθόδευση του ελληνικού κράτους για να διασπάσει τη μειονότητα. Η Αϊσέ λέει επ’ αυτού ότι υπήρξαν επιθετικά δημοσιεύματα στον μειονοτικό Τύπο και στο Διαδίκτυο, ενώ στην ψηφοφορία στη Βουλή τρεις μειονοτικοί βουλευτές καταψήφισαν και υπερψήφισε μόνο ο Ιλχάν Αχμέτ (ΠΑΣΟΚ), που δέχθηκε σφοδρές επιθέσεις.
«Με την αναγνώριση θα έχουμε πλέον την ελευθερία να δηλώσουμε την ταυτότητά μας χωρίς φόβο. Εμείς είχαμε και έχουμε ακόμη μια πίεση από τους μουσουλμάνους σουνίτες. Αυτή η πίεση μπορεί να είναι και υπόγεια, αλλά και φανερή, οπότε δεν μπορούσαμε να πούμε εύκολα ότι εγώ είμαι μπεκτασί και δεν πάω στο τζαμί πέντε φορές την ημέρα για προσευχή. Ασκούμε τα λατρευτικά μας καθήκοντα και αντί για το τζαμί προσευχόμαστε στα “τζεμεβί”, δικούς μας θρησκευτικούς χώρους, οι οποίοι από εδώ και πέρα θα είναι αναγνωρισμένοι από το κράτος και θα κάνουμε άνετα την προσευχή μας. Επίσης, πλέον, τα παιδιά μας στα σχολεία θα μπορέσουν να κάνουν μαθήματα θρησκευτικών με βάση τον μπεκτασισμό – αλεβιτισμό».
Η συνάντηση
Με την είσοδό μας στο ουζερί «Αγορά», στο οποίο είχα προτείνει να βρεθούμε, είδα με έκπληξη να τη χαιρετούν με θέρμη ο ιδιοκτήτης και οι σερβιτόροι. «Ερχομαι συχνά εδώ, μου αρέσει το περιβάλλον και έχει και το αγαπημένο μου κρασί», μου είπε προδιαθέτοντάς με για τη συζήτηση. Μια μουσουλμάνα στην ταβέρνα, δεν το λες και συνηθισμένο, σκέφτηκα. Επί… της τραπέζης: Φάγαμε γαλέο αχνιστό, χταποδάκι μαγειρευτό, μια μερίδα χόρτα και μια καυτερή πιπεριά. Ηπιαμε από δυο ποτήρια κρασί, λευκό μοσχάτο εκείνη, ροζέ εγώ. Το κοντέρ (POS) του μαγαζιού έγραψε 58 ευρώ.


