Η Ρούλα, η γάτα της οικογένειας, με υποδέχεται και μας ακολουθεί στο σαλόνι. Από τα ηχεία ακούγονται Beatles, στο τραπέζι υπάρχουν πιάτα με γιορτινά γλυκά, ο Νίκος Πορτοκάλογλου έχει φτιάξει τσάι. Η συζήτηση ξεκινάει από το νέο άλμπουμ, το «Ανάμεσα», που έχει οκτώ ολόκληρα χρόνια απόσταση από το προηγούμενο. «Και να σκεφτείς ότι στο ξεκίνημά μας, τη δεκαετία του 1980, βγάζαμε δίσκο κάθε χρόνο!», λέει ο τραγουδοποιός.
Γιατί «ανάμεσα»; «Αυτή η λέξη ουσιαστικά συνοψίζει την ιστορία της ζωής μου. Ετσι νιώθω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου: ανάμεσα στη λογική και στο συναίσθημα, ανάμεσα στον ουρανό και στη γη, ανάμεσα στο ροκ και στα λαϊκά. Στο “Ρίσκο” προσπάθησα να το πω πρώτη φορά: “Δύο αγάπες πολεμάνε μέσα μου βαθιά, όλα ή τίποτα ζητάνε κι εγώ τις δυο τους ή καμιά”». «Ρίσκο», το τρίτο άλμπουμ των Φατμέ, ηχογραφημένο στη Θεσσαλονίκη, στο στούντιο του σπουδαίου Νίκου Παπάζογλου. Του λείπει, άραγε, το συγκρότημα; «Οχι, γιατί προχωρώντας έβρισκα πάντα νέους συνεργάτες. Και το παράδοξο είναι ότι μολονότι δεν είμαι πια σε γκρουπ, η δουλειά που γίνεται είναι συχνά πιο ομαδική…».
Στις 30 Δεκεμβρίου κλείνει τα 68. Αυτή η μέρα, κάθε χρόνο, γίνεται αφορμή για ενδοσκόπηση. «Βλέπω γύρω μου ανθρώπους που, μεγαλώνοντας, χάνουν την επαφή με το συναίσθημα, με τον αληθινό τους εαυτό, επαναλαμβάνουν κλισέ που έχουν μπετοναριστεί μέσα τους και σταματούν να ακούν. Τρέμω μη γίνω έτσι». Τα φετινά γενέθλια, όμως, θα φέρουν και τη θλίψη μιας μεγάλης απώλειας: του Διονύση Σαββόπουλου.
– Τον αποχαιρετίσατε ως «δεύτερο πατέρα» σας. Του είχατε πει τι σήμαινε για εσάς όσο ήταν ακόμη εν ζωή;
– Και το είχα πει, και το είχα δείξει. Δεν του άρεσε, για να είμαι ειλικρινής, να τον αποκαλώ πατέρα, γιατί είχαμε μόλις δεκατρία χρόνια διαφορά. Αλλά αυτό ήταν για μένα πάντα, μια πατρική φιγούρα. Στην εφηβεία, που έκανα την επανάστασή μου εναντίον των γονιών μου, γιατί στα μάτια μου ο πατέρας μου φαινόταν μικροαστός και βολεμένος και η μητέρα μου συμβιβασμένη, εμφανίστηκε ο Διονύσης –ο «τρελός» καλλιτέχνης, ο επαναστάσης– και ήταν αυτό που είχα ανάγκη. Και όχι μόνο ως προσωπικότητα, βέβαια, αλλά και με τα τραγούδια του που με σημάδεψαν για πάντα. Ειδικά «Το περιβόλι του τρελού» –ο πρώτος ελληνικός δίσκος που έφερε στο σπίτι ο αδελφός μου– και αργότερα ο «Μπάλλος» και το «Βρώμικο ψωμί», το πρώτο λάιβ που είδα στη ζωή μου στο Κύτταρο, στην οδό Ηπείρου, στα δεκαπέντε μου.
– Τι θυμάστε από εκείνη τη βραδιά;
– Κατ’ αρχάς, εκείνα τα χρόνια όλος ο κόσμος μας ήταν η Νέα Σμύρνη, λέγαμε «θα πάμε στην Αθήνα» με δέος. Αυτό που έζησα στο Κύτταρο με συγκλόνισε. Μαζί με τον Σαββόπουλο ήταν φυσικά τα Μπουρμπούλια, ο Ευγένιος Σπαθάρης, που άνοιγε το πρόγραμμα, η Δόμνα Σαμίου, η Λήδα και ο Σπύρος. Τρεις ώρες παρακολουθούσα με το στόμα ανοιχτό, λες και βρισκόμουν στη Νέα Υόρκη και έβλεπα τον Φρανκ Ζάππα! Ο Διονύσης ένωνε επί σκηνής κόσμους φαινομενικά ασύμβατους: τα δημοτικά με το ροκ, τα ρεμπέτικα με την ψυχεδέλεια, τη λόγια και τη λαϊκή παράδοση.
– Στο μουσικό DNA σας ποιοι άλλοι βρίσκονται;
– Οι Beatles, οι Rolling Stones, ο Κοέν, ο Μπόουι, o Ντίλαν, οι Talking Heads. Από την Ελλάδα, οι καλλιτέχνες που με έχουν καθορίσει δεν είναι όλοι μουσικοί. Δίπλα στον Τσιτσάνη, στον Χατζιδάκι και στον Σαββόπουλο, λοιπόν, θα έβαζα τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη (τα πρώτα μου διαβάσματα) και τον Τσαρούχη· τα βιβλία με τα κείμενά του τα έχω σαν Ευαγγέλιο. Είχα μεγάλο πάθος με τη ζωγραφική. Αν δεν είχα πέσει με φόρα πάνω στην κιθάρα, ίσως ήμουν ζωγράφος σήμερα.
– Στους άλλους δικούς σας ανθρώπους τα «σ’ αγαπώ» και «συγγνώμη» τα λέτε στην ώρα τους, όπως συνέβη με τον Σαββόπουλο;
– Οσο μεγαλώνω και νιώθω ότι ο χρόνος μου λιγοστεύει, το κάνω ολοένα και περισσότερο. Ευτυχώς το έκανα και με τον πατέρα μου, που στην εφηβεία μου τον είχα… εκθρονίσει και στη θέση του είχα βάλει τον Διονύση. Ηταν διευθυντής των εγκαταστάσεων της BP στο Πέραμα και όταν πήρε αυτήν την προαγωγή, αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε από τον Βόλο στην Αθήνα. Από μικρός άκουγα τη μητέρα μου να τον κατηγορεί ότι ενώ όλοι οι άλλοι στην εταιρεία είχαν κάνει περιουσία, εκείνος πήγαινε με τον σταυρό στο χέρι και δεν θα είχαν τίποτα να αφήσουν στα παιδιά τους.

«Εγώ, όμως, κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια», της απαντούσε εκείνος. Ξανά και ξανά, με διάφορες παραλλαγές, σε όλα τα οικογενειακά τραπέζια γινόταν η ίδια έντονη συζήτηση. Μικρός πίστευα ότι η μητέρα μου είχε δίκιο. Λίγο πριν ο πατέρας μου πεθάνει, ένα βράδυ, στο διαμέρισμα όπου οι γονείς μου περνούσαν τα καλοκαίρια τους στην Αθήνα, έπειτα από την ίδια έντονη στιχομυθία, όταν η μητέρα μου πήγε στην κουζίνα να φέρει το επιδόρπιο, γύρισα και του είπα: «Εγώ πάντως είμαι περήφανος για σένα». Τον έχασα το 1995 και μου είχε πάρει χρόνια να καταλάβω τον αγώνα που είχε δώσει. Σήμερα βλέπω στον χαρακτήρα μου αρκετά δικά του στοιχεία…
Θα ήθελα να προλάβω να κάνω όσο το δυνατόν πιο πολλά από όσα ονειρεύομαι και λαχταράω. Το μετά δεν το σκέφτομαι.
– Στα παιδιά σας βλέπετε κομμάτια από τον εαυτό σας;
– Ναι και χαίρομαι πολύ. Και οι δύο έχουν από νωρίς βρει αυτό που αγαπούν και του έχουν αφοσιωθεί με πάθος: η Θάλεια την ψυχολογία και ο Λευτέρης τη μουσική. Είναι δουλευταράδες και μαχητές, τα δίνουν όλα γι’ αυτούς που αγαπούν. Επίσης, επειδή έχω σε εκτίμηση κάποιες υποτιμημένες σήμερα αρετές, όπως η ευγένεια, η καλοσύνη και η τρυφερότητα, είμαι περήφανος που τις βλέπω και στους δύο. Μακάρι μόνο να μην είχαν κληρονομήσει και το ενοχικό συναίσθημα που κουβαλάω από μικρός. Με παρηγορεί, όμως, ότι ξεκίνησαν πολύ νωρίς να το παλεύουν – εγώ άργησα.
– Σας απασχολεί η υστεροφημία σας;
– Θα ήθελα να προλάβω να κάνω όσο το δυνατόν πιο πολλά από όσα ονειρεύομαι και λαχταράω. Το μετά δεν το σκέφτομαι.
– Πρόσφατα είδαμε απαγορεύσεις στη χρήση τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Εχετε την ίδια αγωνία για το έργο σας ή συμφωνείτε με την Ερη Ρίτσου, κόρη του Γιάννη Ρίτσου, που επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία «ο πατέρας μου δεν δημιουργούσε για να έχω εγώ προίκα»;
– Συμφωνώ απόλυτα με την Ερη και την καθιστώ διαχειρίστρια και του δικού μου έργου! (Γέλια) Θα απαντήσω με ένα παράδειγμα: αν διασκευάσω ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και δεν το κάνω καλά, μόνο εγώ θα εκτεθώ με την ανεπάρκειά μου. Η αξία του σπουδαίου συνθέτη θα λάμψει ακόμη περισσότερο. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, τη λογική των απαγορεύσεων.
– Ποιοι ακούν σήμερα Πορτοκάλογλου;
– Δεν νομίζω ότι μπορώ να προσδιορίσω το κοινό μου. Το κάνω για άλλους: αυτός έχει τους φασαίους, ο άλλος τα βόρεια προάστια. Στα λάιβ μου βλέπω τους πάντες, από πιτσιρικάδες με περίεργα κουρέματα μέχρι συνομηλίκους μου και όλες τις ενδιάμεσες γενιές. Σίγουρα δεν προσελκύω όσους θέλουν ζοριλίκια, το δικό μου κοινό δεν έχει καπνογόνα κι αυτό με χαροποιεί. Οι ακροατές έρχονται, φεύγουν και επιστρέφουν, ανάλογα με τις φάσεις που περνούν. Μου αρέσει να τους σκέφτομαι ως συνταξιδιώτες.
– Με τη Μαρίνα, τη σύζυγό σας, «συνταξιδεύετε» τέσσερις και πλέον δεκαετίες. Τι κρατάει δύο ανθρώπους τόσο πολλά χρόνια μαζί;
– Πέρα από την ερωτική έλξη, που μοιραία χάνει την έντασή της με τον καιρό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό, χρειάζεται να κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση, να συγκινούνται και να γελούν με τα ίδια πράγματα. Το γέλιο ίσως είναι και το σπουδαιότερο. Με τη Μαρίνα υπήρξαμε πρώτα φίλοι, ήμασταν και οι δύο με άλλους συντρόφους όταν γνωριστήκαμε, και ανέκαθεν μας άρεσε να κουβεντιάζουμε – για ταινίες, βιβλία, παραστάσεις, δίσκους και, γενικότερα, για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Αυτό υπάρχει ακόμη. Επειτα από τόσα σκαμπανεβάσματα, λοιπόν, μετά τις δυσκολίες και τα ζόρια που έχει μια συμβίωση, υπάρχουν στιγμές που την κοιτάζω και βλέπω το κορίτσι που ερωτεύθηκα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Λαχτάρα για γιορτή
«Ανέκαθεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αλλά μου έλειπε όταν ήμουν παιδί· δεν ζούσαμε τις γιορτές όπως λαχταρούσα. Οι γονείς μου, όταν ήρθαν στην Αθήνα, έχασαν τους φίλους τους, ο κύκλος τους στένεψε. Στερηθήκαμε τα γλέντια και τις μαζώξεις αυτών των ημερών· έγινε πιο αποστειρωμένο το σπίτι μας. Ο πατέρας μου εργαζόταν αμέτρητες ώρες –και τα Σάββατα–, επέστρεφε κατάκοπος το βράδυ, πού να βρει όρεξη για τραγούδια και χορούς τις ελάχιστες μέρες που δεν θα δούλευε;
Νομίζω ότι, ασυνείδητα τότε, αυτή η έλλειψη της γιορτής στο πατρικό μου ήταν ένας από τους λόγους που με έσπρωξαν στη μουσική. Ηθελα να φτιάξω τη δική μου γιορτή. Και αυτό με εντυπωσίασε στον Σαββόπουλο όταν τον πρωτοείδα: σε μια εποχή που στις συναυλίες κυριαρχούσε το ηρωικό πνεύμα της Μεταπολίτευσης, εκείνος, σε ένα υπόγειο, έστηνε γλέντια μοναδικά. Ενσάρκωνε ο ίδιος τη γιορτή! Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που όλα τα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι με τη Μαρίνα, το σπίτι μας είναι πάντα ανοιχτό, κόσμος πάει έρχεται – και στην Αθήνα, αλλά και στο Πήλιο, το Πάσχα και τα καλοκαίρια».
Η συνάντηση
«Ελα για καφέ στο σπίτι, θα είναι πιο ήσυχα», πρότεινε. Ο καφές έγινε τσάι και από το σαλόνι τελικά προτιμήσαμε την άρτι ανακαινισμένη κουζίνα, την οποία κοσμεί ένας υπέροχος πίνακας του ζωγράφου Μανώλη Ζαχαριουδάκη. Σχολιάζω τη γενναιοδωρία που δείχνει απέναντι στους νέους καλλιτέχνες ο Νίκος Πορτοκάλογλου. Τους εμπιστεύεται και τους αναδεικνύει – και στη δισκογραφία, και στα λάιβ. «Το κάνω για ιδιοτελείς λόγους. Μαθαίνω καινούργια κόλπα από τη νεολαία», λέει γελώντας.
«Το 1986 μας είχε καλέσει ο Μάνος Χατζιδάκις να παίξουμε, με τους Φατμέ, στον Σείριο. Πήγα, λοιπόν, στο σπίτι του για να συζητήσουμε τα διαδικαστικά και είχα την τύχη να περάσω μερικές ώρες μαζί του. Με ρώτησε την ηλικία μου. Ημουν σχεδόν τριάντα. “Εγώ έχω κλείσει τα εξήντα, αλλά δεν κάνω παρέα με συνομηλίκους μου, γιατί είναι ομιλούσες κεφαλές”, μου είπε. Κάπως έτσι κι εγώ!».

