Στρίμωξε το ραντεβού μας ανάμεσα σε δύο ταξίδια. Στην Αυστρία και στην Κίνα για προγραμματισμένες συναυλίες. Η ενδιάμεση εβδομάδα του στη Θεσσαλονίκη ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Οι συνεχείς δράσεις της Κρατικής Ορχήστρας και ο καλλιτεχνικός προγραμματισμός της για το ερχόμενο εξάμηνο αφήνουν μικρές χαραμάδες ελεύθερου χρόνου. «Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω. Οταν ήμουν νέος και ονειροπόλος, το πλάνο στο μυαλό μου ήταν, αφού κάνω διδακτορικό, να ταξιδέψω σε διάφορα μέρη του κόσμου και μετά τα 35 να ζήσω στην Ελλάδα. Τελικά η ζωή τα αναποδογύρισε. Εκανα ακριβώς το αντίθετο. Εγκαταστάθηκα στη Θεσσαλονίκη στα 23 μου, λίγο μετά τα 30 γνώρισα τη γυναίκα μου που ζει στη Βιέννη και με τη μουσική μου καριέρα άρχισα να ταξιδεύω. Το πλάνο που μου επιφύλασσε τελικά η ζωή δεν ήταν κι άσχημο», μου έλεγε ο εξάρχων βιολιστής και καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, Σίμος Παπάνας, καθώς ανηφορίζαμε τον λιθόστρωτο δρόμο για μια από τις πιο γραφικές γωνιές της Ανω Πόλης.
Ο καιρός ήταν ζεστός, παρά το προχωρημένο φθινόπωρο. Καθίσαμε απέναντι από μια οθωμανική κρήνη, στο ίδιο ακριβώς στέκι όπου ρουφούσαν τον καφέ και τους ναργιλέδες Ελληνες και Τούρκοι, «ταξιδεύοντας» με τις ίδιες μουσικές, αφού «από την εποχή των τροβαδούρων η μουσική ταξιδεύει τον κόσμο, όταν ο κόσμος δεν μπορεί να ταξιδέψει», εξηγεί ο πολυταξιδεμένος μουσικός.
Ο δάσκαλος
Το δικό του ταξίδι στους βιολιστές του κόσμου ξεκίνησε από παιδί. Πέντε ετών ήταν όταν οι γονείς του έγραψαν το μοναχοπαίδι τους στο Νέο Ωδείο για να συναναστρέφεται με παιδιά. Παρότι του άρεσε η βιόλα, άρχισε βιολί. «Το ερωτεύτηκα αργότερα, στα 12, χάρη στον Πέταρ Αρναούντοβ, έναν από τους σπουδαιότερους δασκάλους της Βουλγαρίας, ο οποίος δούλεψε ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη. Ηταν σαν δεύτερος μπαμπάς κι ένας από τους πέντε σημαντικούς δασκάλους που καθόρισαν την εξέλιξή μου. Ο Αρναούντοβ μού έδειξε τι είναι το βιολί. Μου έγραψε 100 περίπου κασέτες για να μάθω τους μεγάλους βιολιστές και να εντρυφήσω στο ρεπερτόριο και στην τεχνική. Κόλλησα. Ακουγα συνεχώς σολίστες του βιολιού. Πηγαίναμε εκδρομές με το σχολείο και, ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν μπάλα, εγώ ήμουν με το κασετόφωνο στο χέρι. Ετσι ανακάλυψα το βάθος της τέχνης και αυτό καθόρισε την απόφασή μου αν θέλω να παίζω μουσική ή αν θέλω να γίνω μουσικός».

Προερχόμενος από οικογένεια μαθηματικών, «το πιο λογικό ήταν να πέσω κάτω από τη μηλιά». Επεσε, σπούδασε ταυτόχρονα μαθηματικά στις ΗΠΑ, πήρε μάστερ, αλλά τον κέρδισε η μουσική. «Δύο πεδία τόσο διαμετρικά αντίθετα, που στην ουσία συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Το μεγάλο ενδιαφέρον όμως για μένα είναι ένα υπαρξιακό ερώτημα: με ποιον τρόπο καταφέρνει η μουσική να προκαλεί συναίσθημα; Η μουσική, σε αντίθεση με τα μαθηματικά, είναι βιωματική και εμπειρική».
Από τους πιο ενεργούς βιολιστές και συνθέτες της γενιάς του, ο Σίμος Παπάνας ξεχωρίζει για την άρτια τεχνική και τη βαθιά ερμηνεία κλασικών έργων. Εμφανίσεις ως σολίστ με πολλές ορχήστρες του κόσμου, ηχογραφήσεις για εταιρείες (Deutsche Grammophon, BIS, Centaur) και δικές του ηχογραφημένες συνθέσεις συνοψίζουν τη λαμπρή του καριέρα. Τα τρία τελευταία χρόνια αποκαλύπτει και το διοικητικό του ταλέντο στην καλλιτεχνική διεύθυνση της ΚΟΘ. Ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά την ορχήστρα. Οταν μιλάει γι’ αυτήν είναι εμφανής ο πόθος του να τη βλέπει να κατακτά το ευρωπαϊκό περιβάλλον και, γιατί όχι, το διεθνές.
Η εκτέλεση είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Γινόμαστε ιστορικοί της τέχνης, αθλητές, καθώς προϋποθέτει καθημερινή άσκηση, ηθο- ποιοί και σκηνοθέτες του εαυτού μας.
Υπό τη διεύθυνσή του η ΚΟΘ άνοιξε τα φτερά της στις πρωτεύουσες των βαλκανικών χωρών, έφθασε έως τη Βιέννη ενθουσιάζοντας το απαιτητικό αυστριακό κοινό με την πρόσφατη εμφάνισή της και ετοιμάζεται να πετάξει στη Γερμανία. «Το σχόλιο που άκουγα όταν ξεκίνησα και επί πολλά χρόνια από τους ξένους μαέστρους ήταν ότι “αυτή η ορχήστρα έχει προοπτική”». Εκείνος βάλθηκε να το αλλάξει, στοχεύοντας στον βορρά.
«Κατ’ αρχάς, μια καλή ορχήστρα είναι οι καλοί μουσικοί. Και τον μάγο της διοίκησης να φέρεις, χωρίς μουσικούς επιπέδου και παιδείας δεν πας πουθενά. Από εκεί και πέρα για να προχωρήσει χρειάζεται οικονομική στήριξη. Την είχαμε. Το ΥΠΠΟ μας εμπιστεύθηκε, αύξησε την επιχορήγηση για να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε το πλάνο που καταθέσαμε, με απόλυτη συναίσθηση ότι τα χρήματα που προέρχονται από το υστέρημα του Ελληνα φορολογουμένου θα επιστραφούν στο πολλαπλάσιο».
Βήμα βήμα ισχυροποιεί τη θέση της με ένα στοχευμένο πρόγραμμα αποδοτικό για την ορχήστρα, ώστε «να έχουμε ένα τοπικό brand name στη νοτιοανατολική Ευρώπη, να γνωρίζουν όλοι ότι η Θεσσαλονίκη έχει μια ορχήστρα καλού επιπέδου. Εξήντα έξι χρόνια υπάρχει η ΚΟΘ, πάνω από 100 η Φιλαρμονική της Σόφιας. Κι όμως, ποτέ δεν είχε παίξει η ΚΟΘ στη Σόφια ούτε η Φιλαρμονική της Σόφιας στη Θεσσαλονίκη. Ηταν λογικό αυτό; Οι εμφανίσεις μας στη γειτονιά ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας. Πεποίθησή μου είναι ότι η ΚΟΘ πρέπει να διαδραματίσει ρόλο με βάση τη δική της γεωγραφική τοποθέτηση, τη δική της ιστορία και τον δικό της χαρακτήρα. Να μην κοιτάει νότια αλλά βόρεια· να αποτελεί πύλη του παγκόσμιου μουσικού πολιτισμού προς τη Θεσσαλονίκη και πύλη του ελληνικού πολιτισμού προς τον κόσμο· να λειτουργεί ως soft power. Ορθιοι μας χειροκροτούσαν στη γειτονική μας χώρα και είναι πολύ σημαντικό το εγκωμιαστικό σχόλιο της προέδρου της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, που χαρακτήρισε την πρώτη εμφάνιση της ΚΟΘ στα Σκόπια “εξαιρετική κίνηση πολιτιστικής διπλωματίας”».
Σε τοπικό επίπεδο; «Η ορχήστρα πρέπει να είναι εδραιωμένη ως ανάγκη της κοινωνίας. Να είναι ένα λειτουργικό, διαρκές και αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού της πόλης. Αυτό πιστεύω ότι το κερδίσαμε. Δεν ήταν τόσο αυτονόητο στο παρελθόν. Εγιναν άλματα, ξεπεράστηκαν εμπόδια. Η ορχήστρα εισήλθε στη δισκογραφία, που αποτελεί πλέον παράδοση και διαβατήριο. Στάθηκε στα πόδια της με την οικονομική κρίση. Είναι μια μάχη, βέβαια, που την έχουν δώσει όλες οι γενιές της ΚΟΘ από το 1959. Ενα πράγμα για το οποίο είμαι περήφανος είναι ο ιδεαλισμός της ύπαρξής της. Δηλαδή, η ορχήστρα αυτή δημιουργήθηκε από τα ορφανά παιδιά του Παπάφειου και του Αριστοτέλη. Ηταν το el Sistema της Ελλάδας. Το λειτούργημα που έχουν επιτελέσει με μισθούς πείνας, η νοοτροπία του ιδεαλισμού και οι πρακτικές που μας κληροδότησαν, είναι πολύτιμη παρακαταθήκη. Η ΚΟΘ ήταν και παραμένει μια δεμένη οικογένεια με χαρακτήρα κι αυτό είναι αντιληπτό ακόμη και από τους ξένους».
Η «ορχήστρα της προοπτικής», σε ποιο επίπεδο βρίσκεται σήμερα; «Χωρίς να ευλογώ τα γένια μας, πιστεύω ότι μπορεί να θεωρηθεί εφάμιλλη σημαντικών ορχηστρικών σχημάτων της Δυτικής Ευρώπης. Η δουλειά για την εξέλιξη μιας ορχήστρας απαιτεί μακρόπνοη στρατηγική, όραμα και πείσμα». Θυσιάζοντας ενδεχομένως τον μουσικό για χάρη της ορχήστρας; «Η δουλειά ενός διευθυντή είναι να υπηρετεί την ορχήστρα. Αν δεν μπορεί, να καθίσει στην άκρη. Δεν επιδιώκω όμως να στήσω το βιογραφικό μου. Από τότε που ανέλαβα έχουμε κάνει 15 συναυλίες στο εξωτερικό. Δεν έχω παίξει σε καμία. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησα την καριέρα μου. Και δεν θα έπρεπε». Προγραμματίζει συναυλίες, συνθέτει και εξασκείται καθημερινά για να κατακτήσει το βέλτιστο της ερμηνείας του μουσικού κειμένου με άρτια εκτέλεση.
Επί σκηνής
«Η σκηνή είναι σκληρός τόπος. Ο χρόνος διαστέλλεται. Το τέταρτο του δευτερολέπτου αποκτά τη μεγαλύτερη δυνατή σημασία. Ταυτόχρονα είναι ένας τόπος επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης με το κοινό. Νιώθεις το κοινό ακόμη και με τη σιωπή του, σε καθοδηγεί».
Φτιάχνοντας κύτταρα μουσικής
«Κορυφαία στιγμή στην ιστορία της ΚΟΘ» για τον Σίμο Παπάνα αποτελεί η απόφαση του ΥΠΠΟ να εγκατασταθεί μόνιμα στο ιστορικό βιομηχανικό συγκρότημα της Ζυθοποιίας Φιξ. «Η εξασφάλιση στέγης είναι στόχος δεκαετιών. Η ΚΟΘ έχει περάσει δύσκολες εποχές, περιπλανώμενη σε ακατάλληλους χώρους. Η φιλοξενία της στο Μέγαρο Μουσικής έσωσε την αξιοπρέπειά της. Σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις η έδρα μιας φιλαρμονικής αποτελεί τοπόσημο. Επρεπε και η ΚΟΘ να βρει έναν αντάξιο χώρο. Χαίρομαι για την επιλογή του κτιρίου στο οποίο, μετά την αποκατάστασή του, θα συνυπάρχουμε με τον εικαστικό θησαυρό της συλλογής Κωστάκη».
Οι υφιστάμενοι μουσικοί θεσμοί αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της χώρας μας; «Οχι βέβαια. Υπάρχουν ελλείψεις, αλλά και θεσμοί προσβάσιμοι, μικρά ωδεία διαμάντια. Εκτός από τις αμιγώς κρατικές ορχήστρες που υπάγονται στο ΥΠΠΟ, χρειαζόμαστε περισσότερες ορχήστρες στο επιτυχημένο μοντέλο σύμπραξης δήμων και περιφέρειας που εφαρμόζεται στη Γερμανία – και όχι μόνο. Φυτεύοντας περιφερειακές ορχήστρες και φεστιβάλ κλασικής μουσικής θα δημιουργήσουμε τις επόμενες γενιές μουσικών με οικονομικά, πολιτιστικά, κοινωνικά οφέλη. Ας μην ξεχνάμε ότι η μουσική είναι μια ασπίδα προστασίας σε μπούλινγκ και παραβατική συμπεριφορά. Μαλακώνει τα βίαια ένστικτα, γαληνεύει την ψυχή».
Η συνάντηση
Στο καφέ ουζερί «Τσινάρι», μοιραστήκαμε μια ποικιλία από μεζέδες, πίνοντας από ένα ποτήρι ούζο. Αναφέρθηκε στους αγαπημένους του συνθέτες: «Ο Βιβάλντι με συγκινεί για την απόλυτα λιτή του γραφή, τόσο απλή αλλά τόσο ιδιοφυής, ο Γιόζεφ Χάιντν κυρίως για την εφευρετικότητα και το χιούμορ». Και στις δικές του συνθέσεις: «Εγραφα από παιδί, αλλά όταν μπήκα στον ακαδημαϊκό κόσμο αποτραβήχτηκα. Ντρεπόμουν να παρουσιάσω έργο μου. Το τόλμησα γύρω στα 20. Πέρασε βέβαια μια δεκαετία για να προσθέσω στο βιογραφικό μου τη λέξη συνθέτης». Μου μίλησε για τα παιδιά του που σπουδάζουν μουσική στη Βιέννη, η συζήτηση στράφηκε στα ελληνόπουλα. «Το μεγάλο στοίχημα είναι οι 25άρηδες. Κουβαλούν θλιβερές μνήμες από την οικονομική κρίση, γι’ αυτό δύσκολα γυρίζουν πίσω. Η προσπάθειά μας είναι να τους κερδίσουμε».

