«Μας αρέσει να λέμε ότι είμαστε η μητέρα του δυτικού πολιτισμού, αλλά είμαστε ένας μεταιχμιακός πολιτισμός. Oχι η καθαρά αρχαιοελληνική πολιτική φιλοσοφία και τέχνη που τροφοδότησε τη Δύση, αλλά ένα πνεύμα που έχει υποστεί πολύ σημαντικές μεταλλάξεις από την Ανατολή. Παλιά με απωθούσε, με απόδιωχνε, αλλά πλέον με γοητεύει γιατί θεωρώ ότι δίνει πολλές από τις απαντήσεις που γυρεύει ο δυτικός πολιτισμός, τις λύσεις στα αδιέξοδα που τον οδήγησαν οι ακραίες εκφάνσεις του ορθολογισμού», λέει ο Αλέξης Πανσέληνος, από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες συγγραφείς – μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, δοκίμια, κριτικές, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας…
«Το βιώνουμε πολύ έντονα σήμερα με την πλήρη ανατροπή των δυτικών αξιών. Πιστεύω ότι στους ενδιάμεσους τόνους της επηρεασμένης από την Ανατολή ελληνικής τέχνης, στις ενδιάμεσες νότες, στα γκλισάντο, ανάμεσά τους βρίσκονται οι απαντήσεις, γιατί έτσι είναι η ψυχή του ανθρώπου. Δεν είσαι ποτέ αυτό και τίποτ’ άλλο ούτε σε μια δεδομένη στιγμή. Είσαι πολλά πράγματα μαζί».
Τετάρτη μεσημέρι, ούτε μηχανάκι περνάει από την οδό Καρπάθου, ένα ήσυχο δρομάκι στην Κηφισιά, και στο «Κουτούκι του Κανούση» δεν έχουν φτάσει ακόμη άλλοι πελάτες. Ο καιρός είναι καλός και καθόμαστε έξω. Μια ελαφριά μυρωδιά από γιασεμί, ίσως από κάποιο διπλανό κήπο, κλώθει για λίγο τον αέρα.
«Η ζωή είναι λίγο άναρχη, δεν έχει τέλος, αντίθετα η τέχνη πάντα κάπου οδηγεί. Παρηγορεί. Ευχαριστεί. Νιώθεις ανάταση διαβάζοντας ακόμη και τις πιο σκοτεινές ιστορίες, αρχαιοελληνικές τραγωδίες, Σαίξπηρ, Ντοστογιέφσκι, γιατί όλα γίνονται σύμβολα ονειρικά μέσα από την τέχνη, που η ομορφιά της προβάλλει την ομορφιά της ζωής», λέει. Είναι ευδιάθετος, χαμογελαστός, το βλέμμα του παιγνιώδες και φωτεινό.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το ένατο μυθιστόρημά του, οι «Ξεχασμένες λέξεις» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. «Εννιά μυθιστορήματα, δεν είναι πολλά», αναφέρει. Ισως γιατί «είναι όλα μεταξύ τους διαφορετικά. Κάθε βιβλίο μια διαφορετική ηλικία, μια διαφορετική εποχή». Τι τα συνδέει; «Το περιεχόμενο του εαυτού σου και των προσώπων –συγγενών, φίλων, γνωστών– που κανιβαλίζεις, φιλτραρισμένο μέσα από φανταστικούς ήρωες, καταστάσεις, γεγονότα». Διότι, «δεν γλιτώνεις από τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, πάνω σε αυτά δουλεύεις. Ομως, πρέπει να είναι καλά κρυμμένα, μεταμφιεσμένα τόσο ώστε το βίωμα να μην είναι ωμό».
Ο Ξαρχάκος
Κάτι ακόμη συνδέει τα μεταξύ τους «ξένα» έργα: η κυρίαρχη παρουσία των τεχνών. Μπαλέτο, ζωγραφική, σύνθεση, μουσική. Κυρίως κλασική μουσική. Γιατί; «Είχα κλίση. Μικρός φιλοδοξούσα να γίνω μουσικός. Ευτυχώς δεν έγινα. Ο πατέρας μου, που δεν θεωρούσε τη μουσική καλή σταδιοδρομία για έναν Ελληνα, για να με απογοητεύσει με πήγε στον Ξαρχάκο, αφού πρώτα του είχε μιλήσει σχετικά. Και ο Ξαρχάκος μού μαύρισε την ψυχή, δεν θα έχεις δουλειά, δεν θα έχεις κοινό, θα γίνεις αγοραίος, μόνο στο εξωτερικό θα έκανες κάτι, αλλά κι εκεί είναι σκληρός ο ανταγωνισμός, οπότε ξέχνα το. Δεν βοηθούσαν και οι εποχές. Η Νομική ήταν μονόδρομος, αφού η μάνα μου και ο πατέρας μου ήταν δικηγόροι, το σπίτι το πρωί ήταν δικηγορικό γραφείο. Δεν είχα και κλίση στις πρακτικές επιστήμες, με ενδιέφεραν μόνο τα νέα ελληνικά, οι γλώσσες, τα λατινικά, η λογοτεχνία, που μπήκε πολύ νωρίς στη ζωή μου».
Ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη. Είσαι ζωντανός άμα ερωτεύεσαι. Αν πάψεις να ερωτεύεσαι η τέχνη έχει τελειώσει.
Αλλωστε ζούσε σε ένα σπίτι με γονείς λογοτέχνες, τον Ασημάκη και την Εφη Πανσελήνου. Αυτό τον καθόρισε; «Πολύ. Κατ’ αρχάς ήταν το διάβασμα, στο σπίτι υπήρχαν πολλά βιβλία, οι γονείς διάβαζαν. Δεν είχες τότε πολλά να κάνεις. Διάβαζα λοιπόν από παιδί. Και ύστερα ήθελα να γράψω κάτι που να μοιάζει σε ό,τι μου άρεσε. Ξεκίνησα με τέτοιες απομιμήσεις. Επίσης ήταν σημαντικό το ότι τα βράδια, στις βεγγέρες που οργάνωναν στο σπίτι οι γονείς μου, πηγαινοέρχονταν ποιητές, πεζογράφοι, ζωγράφοι, πολιτικοί, ψυχίατροι, ήταν τότε της μόδας η ψυχιατρική… Ο Βάρναλης, ο Κανέλλης, η Βακαλό, η Ελλη Παπαδημητρίου, η βρωμο-Ελλη του Σεφέρη, η Μιλλιέξ, ο Νίκος Καστανάκης, η Μιμίκα Κρανάκη ήταν αξιοζήλευτες παρέες, ωραία γενιά, έδωσε πολλά. Καθόμουν και τους άκουγα. Δεν έμαθα πολλά, αλλά ξεφοβήθηκα την τέχνη, έπαψα να θεωρώ τους καλλιτέχνες πλάσματα μυστηριώδη και παράξενα, από άλλον πλανήτη, απέκτησα οικειότητα με τη δημιουργία, δεν υπήρχε κανένα δέος. Βέβαια μεγαλώνοντας μαθαίνεις, μαζεύεις τα φτερά σου, αποκτάς κριτήριο, το αίσθημα του μεγέθους, δεν βιάζεσαι, περιμένεις, ώστε αν εκδόσεις κάτι να είναι του υψηλότερου δυνατού επιπέδου για την ηλικία σου. Εγραφα από τα δεκαπέντε μου, έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο κοντά στα σαράντα. Δουλεύεις σε μια τέχνη η οποία έχει πίσω της τρομερή ιστορία, μεγάλες αξίες, μεγάλους δασκάλους, καλό είναι να ξέρεις ποιος είσαι και να προσπαθείς να γίνεις ο εαυτός σου. Χρειάζεται η σεμνότητα που σου επιβάλλει η μαθητεία».

Στη μαθητεία έπαιξαν ρόλο οι γονείς; «Με έναν πλάγιο τρόπο. Η μητέρα μου είχε γράψει μυθιστορήματα, ο πατέρας μου όχι, μόνο πεζά, κατά βάση αυτοβιογραφικά κείμενα και ποίηση. Από τον πατέρα μου έμαθα την τεράστια σημασία της γλώσσας. Τον έβλεπα να καθαρογράφει κάτι στη γραφομηχανή, να το διαβάζει και να το πετάει. Κάποια στιγμή πήρα και διάβασα το πεταμένο χαρτί, τον ρώτησα γιατί; “Δεν ακούγεται καλά στο αυτί”, μου είπε. Αυτό ήταν μεγάλο σχολείο. Να ακούς πώς αντηχεί η φράση στο αυτί του αναγνώστη. Η γλώσσα εντείνει τη μαγεία της ανάγνωσης. Αλλά και μαθαίνει τον άνθρωπο να σκέφτεται. Επίσης νομίζω πως πρέπει να αποφεύγει κανείς να είναι πάρα πολύ έξυπνος, να προβάλλει η εξυπνάδα του στα κείμενα. Απωθεί τον αναγνώστη να του το παίζει κάποιος σοφός, που ξέρει πράγματα τα οποία εκείνος αγνοεί. Δεν είναι καλό καλλιτεχνικό μάρκετινγκ», λέει και χαμογελά.
Τι περισσότερο ανακαλείτε στη μνήμη; «Την παιδική μου ηλικία, το σπίτι στο οποίο γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας, στη Γεωργίου Γενναδίου, σκηνικό σε αρκετά βιβλία μου. Σου δίνει ένα αίσθημα ασφάλειας να θυμάσαι. Ξαναπιάνεις τη ζωή από την αρχή. Μελετάω τώρα άρθρα του πατέρα μου στα “Ελεύθερα Γράμματα” την περίοδο 1945-1949 και ξυπνάει μέσα μου μια ολόκληρη εποχή, σκοτεινή και επικίνδυνη. Τον πιάσανε οι Αγγλοι το ’47, μαζί με άλλους, τους κλείσανε στο Χασάνι, τους ετοιμάζανε για την Ελ Ντάμπα στην Αφρική. Τον γλίτωσε ένας γιατρός που του φόρεσε ένα περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού. Η μάνα μου με πήρε και καταφύγαμε στο κτήμα της Καραπάνου στην Αίγινα, κρυβόμασταν σε ένα σπιτάκι του υποστατικού».
Οι ήρωές σας έχουν, συνήθως, μια πορεία πτωτική. «Είναι η αίσθηση που μου έδινε πάντοτε η Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα νομίζω ότι ζω σε μια χώρα τριτοκοσμική, μέσα στη μιζέρια, στην τσαπατσουλιά, στα πολιτικά πάθη άνευ λόγου και αιτίας. Πόσες γενιές γεννήθηκαν και πέθαναν με το όνειρο να δημιουργήσουν για τα παιδιά τους έναν καλύτερο κόσμο. Των δικών μου, πέρασε δικτατορίες, διώξεις, πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, χούντα, απογοήτευση, βίωσαν το κενό, αλλά κράτησαν τη σημαία του πνεύματος ψηλά. Αντικρούεται πρόθυμα σήμερα, όμως η Αριστερά είχε πράγματι το ηθικό πλεονέκτημα, γιατί δεν συμβιβάστηκε. Ακόμη και ο Τσίπρας, για τον οποίο τόσα ειπώθηκαν, δεν έφερε εκείνος την κρίση, απλώς δεν ήξερε τι να κάνει, διότι άλλο είναι η αντιπολίτευση και άλλο η άσκηση της πολιτικής. ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. πτώχευσαν τη χώρα και σήμερα εμφανίζονται ως σωτήρες».
Εγινα αυτό που ήθελα
Γίνατε αυτό που ονειρευόσαστε; «Ναι, έγινα συγγραφέας, αυτό ήθελα. Αλλά βίωσα ισχυρές ματαιώσεις. Ηθελα να κάνω σπουδές στο εξωτερικό, αυτό δεν έγινε διότι ξέσπασε η δικτατορία. Πήγα στρατό στην επταετία, έχασα χρόνια από το πανεπιστήμιο, πήρα αργά άδεια εξάσκησης επαγγέλματος. Ηταν μεγάλη αναστάτωση». Ακολούθησαν 25 χρόνια ενασχόλησης με το ναυτικό δίκαιο, κυρίως συμβάσεις και ναυτικές υποθήκες στον Πειραιά, όλα στα αγγλικά.
Τι κινεί την τέχνη κατά τη γνώμη σας; «Ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη. Είσαι ζωντανός άμα ερωτεύεσαι. Αν πάψεις να ερωτεύεσαι η τέχνη έχει τελειώσει».
Η δύσκολη σχέση με τον πατέρα
Η σχέση πατέρα – γιου υπάρχει σε όλα τα βιβλία του. «Η δική μας πέρασε από όλα τα στάδια. Υπήρξε πολύ θερμή, με μεγάλη οικειότητα και τρυφερότητα, αλλά είχε και δύσκολες στιγμές. Ο πατέρας μου δεν δίσταζε να απορρίψει, και είχε απορρίψει πολλά σε μένα, τα οποία μου κόστισαν αρκετά. Ηταν άλλης εποχής, άλλης αισθητικής, άλλης πολιτικής τοποθέτησης. Δεν ήταν ποτέ οξύς, αλλά καταλάβαινες την αποδοκιμασία.
Οταν βγήκε το πρώτο μου βιβλίο, οι “Ιστορίες με σκύλους”, ποτέ δεν μου είπε ότι είναι ωραίο, αλλά πήγαινε στον Κέδρο, όπου και εκείνος εξέδιδε εκείνη την εποχή και έστηνε αυτί να ακούσει τι λένε για μένα ο Κουμανταρέας, ο Φραγκιάς, ο Πλασκοβίτης, ο Κοντός και μου τα μετέφερε πανευτυχής και περήφανος. Αλλά δεν τα συμμεριζόταν. Δεν πρόλαβε άλλο βιβλίο μου.
Η μάνα μου, που έφτασε μέχρι το “Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια”, ήταν φανατική θαυμάστρια, όπως όλες οι μανάδες. Οταν στην παρουσίαση του “Βραδιές μπαλέτου” δεν πήγα, προφασίστηκα αρρώστια –εκείνη την εποχή ήμουν τελείως ανθρωποφοβικός, έτρεμα να εκτεθώ στο κοινό– σηκώθηκε εκείνη και μίλησε στη θέση μου».
Η συνάντηση
Μοιραστήκαμε σταμναγκάθι, μελιτζανοσαλάτα, χωριάτικη, εκείνος συνέχισε με μοσχαρίσιο μπιφτέκι κι εγώ με μοσχαρίσια μάγουλα κοκκινιστά, που συνοδεύσαμε με μισό κιλό κόκκινο κρασί. Είναι ενθουσιασμένος με την καινούργια του απασχόληση, την οργάνωση ενός πολυθεματικού φεστιβάλ τον Ιούνιο του 2026 στη Σητεία, προκειμένου αυτή η όμορφη μικρή πόλη της ανατολικής Κρήτης «να αποκτήσει επαφή με την πνευματική ζωή του τόπου». Μιλήσαμε για το σπίτι στην Πάρο, στην οδό Εφης Πανσελήνου 1, στον Δρυό, τον οικισμό που δημιουργήθηκε γύρω από το σπίτι που εκείνη έφτιαξε. Για τον ίδιο, χρόνια τώρα, είναι χώρος εργασίας και καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές – «εκεί δραπέτευα όταν ήθελα να ξεφύγω από τις Ερινύες που με κυνηγούσαν, και ένιωθα ήρεμος και ασφαλής».

