Οι 16 βουλευτές απ’ όλα τα κόμματα που εκλέγονται στην Κρήτη γνωρίζουν καλύτερα παντός άλλου ότι το θέμα των Ζωνιανών δεν είναι ούτε πρωτοφανές ούτε μεμονωμένο, όπως ορισμένοι εξ αυτών προσπαθούν να το εμφανίσουν. Είναι το δέντρο ή -έστω- το «δενδρύλλιο», στο οποίο εστιάζεται τις ημέρες αυτές η έκπληξη και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, προκειμένου -πιθανότατα- να αποκρυβεί το «δάσος της παρανομίας» που ευδοκιμεί στη Μεγαλόνησο· όχι με την ανοχή, αλλά με την υπόθαλψη της Πολιτείας.
Η Πολιτεία εκπροσωπείται και εκφράζεται πρωτίστως από τους 300 βουλευτές, δευτερευόντως δε από τα λοιπά όργανά της, όπως π.χ. η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η αστυνομία, οι διωκτικές αρχές κ.λπ. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι 300 βουλευτές απαρτίζουν τόσο τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, όσο και το όργανο, που ελέγχει τη λειτουργία των δύο αυτών εξουσιών· δηλαδή την αντιπολίτευση. Αν η αστυνομία αδυνατεί να επιβάλλει τον νόμο, όπως στην εποχή μας συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, της καταλογίζουμε συνήθως ανικανότητα, ανεπάρκεια ή και διάβρωση. Το ίδιο θα συνέβαινε ακόμη και αν η πρώτη αστυνομική επιχείρηση την εβδομάδα αυτή στα Ζωνιανά ήταν «επιτυχής» αλλά απέληγε σε εκτεταμένη αιματοχυσία, με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες εκατέρωθεν. Σφαγείς και θύτες θα ‘ταν τα όργανα που διατάχθηκαν να επιβάλουν τον νόμο, τα οποία «όφειλαν» να εξουδετερώσουν και να αφοπλίσουν αναιμάκτως την καλασνικοφόρα σπείρα των χασισοκαλλιεργητών, χασισεμπόρων και αδιστάκτων ληστών. Ελάχιστοι θα έκαναν τον κόπο να διερωτηθούν πώς φθάσαμε στο σημείο, μια ολόκληρη περιοχή να διεκδικεί με τη χρήση των όπλων το άβατον και να απαιτεί την ατιμωρησία του εγκλήματος.
Ασφαλώς αδικεί κανείς τον κρητικό λαό όταν αρνείται να εστιάσει το βλέμμα του στο «δένδρο» των Ζωνιανών και ομιλεί για «δάσος παρανομίας». Πιθανότατα, όμως, αυτό το αίσθημα αδικίας να οφείλεται περισσότερο στον ιστορικά διαμορφωμένο τοπικισμό των Κρητών και την έντονη αλληλεγγύη μεταξύ τους, λιγότερο δε στην πραγματικότητα. Οπως ουδείς έχει διανοηθεί να καταλογίσει στους κατοίκους των Εξαρχείων το φαινόμενο των κουκουλοφόρων, το ίδιο παράλογο θα ‘ταν να ταυτισθεί ο κρητικός λαός με το ακραίο περιστατικό των Ζωνιανών.
Ωστόσο, αυτή τη διάκριση μεταξύ συναισθηματικής αλληλεγγύης και ομαδικής ευθιξίας έναντι μιας απαραδέκτου προγραμματικότητος, όφειλαν πρώτοι να την κάνουν οι Κρήτες πολιτικοί. (Οπως έπραξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, θεσπίζοντας ως ιδιώνυμο αδίκημα την «εθιμική» στην Κρήτη ζωοκλοπή.) Το ότι τόσο η ζωοκλοπή όπως η οπλοκατοχή και οπλοχρησία ευημερούν και σήμερα, ως απαραβίαστα έθιμα, στην Κρήτη ασφαλώς δεν οφείλετο στην ανικανότητα, την ανεπάρκεια ή στη διάβρωση των διωκτικών αρχών. Οφείλεται στην αμέριστη υιοθέτησή τους από το σύνολο, σχεδόν, των Κρητών πολιτικών, οι οποίοι εξακολουθούν να τα ταυτίζουν με την κρητική παλικαροσύνη και λεβεντιά. Ετσι, τα τιμημένα από την απελευθέρωση του νησιού ή από τη Μάχη της Κρήτης όπλα «εκσυγχρονίσθηκαν» σε καλάσνικοφ και οι πανηγυρικές μπαλοθιές σε φονικές ριπές για την προάσπιση της παρανομίας. Με άλλους λόγους, μερικές συμμορίες εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου παρωδούν σήμερα, με προκλητική ασέβεια, την ιστορία του κρητικού λαού και την πολεμική του παράδοση για απάτητες περιοχές και απόρθητα κάστρα…
Το ερώτημα αν οι συμμορίες αυτές πρέπει να εξαρθρωθούν ή να συγκαλυφθούν δεν απευθύνεται στις αστυνομικές αρχές του νησιού, αλλά στους πολιτικούς μας που εκλέγονται και εκπροσωπούν τη Μεγαλόνησο. Διότι πρωτίστως απαιτείται πολιτική βούληση και κυρίως αλλαγή νοοτροπίας. Ας μην κρυβόμαστε. Το «δάσος της παρανομίας» δεν οφείλεται στην εγκληματική μετεξέλιξη μερικών «αθώων» εθίμων. Πρέπει να αποδοθεί και στην πολιτική συμπεριφορά εκείνων που είχαν την ευθύνη να τιθασεύσουν και να περιορίσουν την τοπικιστική αντίληψη και το πνεύμα αυθυπαρξίας, το οποίο για λόγους ιστορικούς εξακολουθεί να διακατέχει μια μερίδα του κρητικού λαού. Αντ’ αυτού οι περισσότεροι πολιτευόμενοι, για λόγους πιθανότατα πολιτικής ιδιοτέλειας, ενεθάρρυναν αντί να αποθαρρύνουν αυτές τις αντιλήψεις. Και τούτο συνέβη εμπράκτως.
Δεν θα αναφερθούμε σε προνομιακή μεταχείριση σε διάφορους τομείς, όπως π.χ. η οικονομία, η παιδεία, η αγροτική ανάπτυξη, οι διορισμοί στο Δημόσιο κ.λπ. Αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί και θεμιτή, αποδιδόμενη στον υπέρμετρο ζήλο, με τον οποίο οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κρητικού λαού υπηρετούν και προάγουν τα συμφέροντα του νησιού τους. Κατά ποία λογική, όμως, αυτός ο υπέρμετρος ζήλος μπορεί να αιτιολογηθεί όταν θέτει τα συμφέροντα των ψηφοφόρων – πελατών υπεράνω της νομιμότητος; Ενα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: Οι αναπηρικές συντάξεις στον νομό Χανίων φθάνουν το 33% του συνόλου των συνταξιούχων και στον νομό Ρεθύμνου το 32%, έναντι του 16% του μέσου όρου στη χώρα μας, που είναι τουλάχιστον κατά 4 μονάδες υψηλότερος του μέσου όρου των χωρών της Ε.Ε…
Ευτυχώς αυτή η θλιβερή πρωτιά δεν οφείλεται στην ανεξέλεγκτη οπλοκατοχή και την ασύδοτη οπλοχρησία που επικρατούν στην Κρήτη. Δυστυχώς, στοιχειοθετεί πολιτική συνέργεια και ενοχή, στην παρανομία, προπαντός δε επιβεβαιώνει αυτή την απαράδεκτη αλληλεξάρτηση που έχουν ορισμένοι πολιτικοί μας με συγκεκριμένες και μειοψηφικές κατηγορίες ψηφοφόρων…

