Ποιοι ζουν σε αυτή την πόλη και πώς ζουν; Τι ιστορίες κρύβουν τα σπίτια της; Δεν είναι ακριβώς αυτό το ερώτημα που απασχολεί τον θεσμό Open House Athens. Αλλά είναι μάλλον αδύνατον να περάσεις το κατώφλι ενός κτιρίου, ιδιωτικού ή δημόσιου, ως περιστασιακός επισκέπτης και να μην αναρωτηθείς (ή αναλογιστείς) ποια είναι ή ποια ήταν η ζωή των ανθρώπων που το κατοικούν ή το κατοίκησαν;
Φέτος, το διήμερο 4-5 Απριλίου, πάνω από 70 κτίρια συμπεριλαμβάνονταν στη δράση, επικυρώνοντας τον τίτλο «Emerging City – η πόλη που αναδύεται»: μια νέα γενιά αρχιτεκτόνων, πρόσφατες κατασκευές ή καινοτόμες επαναχρήσεις υφιστάμενων κτιρίων. Η παγκόσμια αυτή, ετήσια, δράση (ξεκίνησε το 1992 από το Λονδίνο – στην Ελλάδα το 2012 από τη Θεσσαλονίκη) είναι μια ανοιχτή πρόσκληση προς το κοινό να ανακαλύψει τη διαρκώς εξελισσόμενη αρχιτεκτονική ταυτότητα των σύγχρονων μητροπόλεων. Δεκάδες εθελοντές και πολλοί αρχιτέκτονες αναλαμβάνουν τις ξεναγήσεις.
Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο μπορούσε να διακρίνει κανείς μικρές ουρές επισκεπτών για ένα διαμέρισμα στην Ηλιούπολη, αλλά και για το Ιστορικό Υφαντουργείο του Συλλόγου Εκπαιδεύσεως Νεανίδων στην Πλάκα. Για ένα οδοντιατρείο στον Πειραιά, αλλά και για το Δημοτικό Θέατρο. Παλιά νεοκλασικά και σύγχρονες ανακαινισμένες κατοικίες, ξενοδοχεία και εταιρείες, το Εθνικό Θέατρο (Τσίλλερ) και το Παλαιό Χρηματιστήριο στη Σοφοκλέους. Από το κέντρο της πόλης, τις γειτονιές της, έως την Κηφισιά. Μια τέτοια μικρή ουρά κινητοποίησε και μένα, που διέσχιζα αμέριμνη την οδό Τυδέως στο Παγκράτι. Κοντοστάθηκα για να διαπιστώσω ότι αφορούσε το ισόγειο διαμέρισμα μιας μεσοπολεμικής οικίας που, ανασχεδιασμένο, στεγάζει ένα γραφείο ντιζάιν.
Η υποβαθμισμένη εικόνα του αθηναϊκού κέντρου δεν μεταβάλλεται εύκολα. Οι δράσεις λειτουργούν βοηθητικά, όχι καθοριστικά. Κάτι «ξεκλειδώνει», η κινητικότητα εντείνεται, η σχέση με την πόλη διευρύνεται, αλλά πρέπει και να κατοχυρωθεί.
Πριν από 11 χρόνια, Μάιο του 2015, εξελισσόταν το καλλιτεχνικό πρότζεκτ «X Apartments», στο πλαίσιο του Fast Forward Festival, της Στέγης. Επικεντρωνόταν στις αθέατες όψεις της Αθήνας. Για δύο 24ωρα, περπατούσαμε στις υποβαθμισμένες γειτονιές, στην πλατεία Αμερικής, στη Λιοσίων, στον Κολωνό. Ανεβαίναμε σε μια προσεγμένη πενταώροφη κατασκευή, με πισίνα, πίσω από το Μεταξουργείο, κατεβαίναμε σε ένα υγρό υπόγειο στην οδό Καλύμνου στην Κυψέλη. Μπαίναμε σε εγκαταλελειμμένα αστικά σπίτια ή συναντούσαμε μετανάστες και Eλληνες κατοίκους. Κουβεντιάζαμε, μας κερνούσαν λικέρ αρμπαρόριζας ή γλυκά από τη Συρία. Αυτή η περιπλάνηση στα σπίτια «των άλλων» έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου.
Eχει τη δύναμη η τέχνη να διαρρήξει σύνορα και στεγανά γειτονιών, να φέρει στο προσκήνιο ανθρώπους «αόρατους»; Για όσο διαρκεί η περφόρμανς, ναι. Yστερα, όλα επιστρέφουν στη δική τους κανονικότητα. Η υποβαθμισμένη εικόνα του αθηναϊκού κέντρου δεν μεταβάλλεται εύκολα. Οι δράσεις λειτουργούν βοηθητικά, όχι καθοριστικά. Κάτι «ξεκλειδώνει», η κινητικότητα εντείνεται, η σχέση με την πόλη διευρύνεται, αλλά πρέπει και να κατοχυρωθεί.
Το Open House επιδιώκει να αναδείξει το «νέο πνεύμα» της Αθήνας, με ανακατασκευασμένους χώρους που έχουν αρχιτεκτονική υπογραφή. Παρόμοιες τάσεις είναι διεθνείς, που σημαίνει ότι η ανάγκη δεν αφορά μόνο την «ιδιαιτερότητα» της Αθήνας. Προφανώς, προσπάθειες όπως αυτή δεν μπορούν να προσφέρουν λύση στο αγωνιώδες πρόβλημα της στέγης. Μπορούν όμως να βοηθήσουν να κατανοήσουμε τα στοιχεία που μας συνέχουν και τα στοιχεία που μας χωρίζουν. Να διακρίνουμε την απτή από την εικονική πραγματικότητα. Να δούμε τις ζωές μας και μέσα από τις ζωές των άλλων. Οταν ανοίγει ένα σπίτι στον, άγνωστο, επισκέπτη δεν είναι απλή υπόθεση. Τα περάσματα αφήνουν ίχνη που συμβάλλουν στη γνωριμία, μικραίνοντας την απόσταση. Η διαδικασία είναι αργή, αλλά όχι χωρίς σημασία.

