Ο Πολωνοεβραίος κοινωνιολόγος και πολιτικός στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν (1925-2017) γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση χάρη κυρίως στο αγγλόφωνο έργο του, μετά την αναγκαστική φυγή του από την Πολωνία, το 1968. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, κάμποσα από αυτά και στα ελληνικά. Και εγώ ο ίδιος είχα συμπεριλάβει ένα βιβλίο του στη σειρά «Εστία ιδεών», της οποίας είχα την ευθύνη, στις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας («Ρευστή αγάπη. Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών», μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, 2006), το οποίο έκανε μάλιστα και πολλές ανατυπώσεις. Πλήρωσε, θα πρόσθετα, και το τίμημα της επιτυχίας του: αρκετά από τα βιβλία του που απευθύνονται στο ευρύ κοινό λένε και ξαναλένε το ίδιο και το ίδιο.
Λόγω λοιπόν προσωπικού ενδιαφέροντος για τον συγγραφέα, διάβασα πρόσφατα μια ογκώδη βιογραφία του, ασυγχώρητα φλύαρη, θα έλεγα, γραμμένη από την επίσης Πολωνή Ιζαμπέλα Βάγκνερ (Izabela Wagner), «Zygmunt Bauman. Une biographie», Éditions de la Maison des sciences de l’ homme, 2024, σ. 692 (πρωτότυπη έκδοση «Bauman. A Biography», Polity Press, 2020). Εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα, έμαθα ότι ο Μπάουμαν διετέλεσε, από τον Μάιο του 1945 έως τον Μάρτιο του 1953, αξιωματικός του Σώματος Εσωτερικής Ασφάλειας (KBW) της χώρας, που είχε ως αποστολή, όπως όλα τα αντίστοιχα σώματα, να φακελώνει και να διώκει τους αντιπάλους του νεοεγκαθιδρυθέντος κομμουνιστικού καθεστώτος.
Μπορούμε να σκεφτούμε πολλούς λόγους για τους οποίους ο νεαρός και παρασημοφορημένος στρατιώτης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποδέχτηκε μετά τη λήξη του μια τέτοια πρόταση, όπως, αίφνης, για να αναγνωρίζεται ως αληθινός Πολωνός πατριώτης, αυτός ένας Εβραίος, ή για να πετύχει τον επαναπατρισμό των γονιών του από τη Σοβιετική Ενωση, όπου είχαν καταφύγει, όπως και χιλιάδες άλλοι Εβραίοι της Πολωνίας, για να σωθούν από τη ναζιστική σφαγή. Και ακόμη: πόσο ακίνδυνα μπορούσε να αρνηθεί; Ας λογαριάσουμε επίσης ότι η στρατιωτική στολή τον προφύλασσε από το άσβεστο αντισημιτικό μίσος της πολωνικής κοινωνίας (όπως είναι γνωστό, πολλές εκατοντάδες επιζήσαντες Εβραίοι της Πολωνίας δολοφονήθηκαν εκεί μετά το Ολοκαύτωμα). Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Μπάουμαν δεν έκανε αυτή την επιλογή με βαριά καρδιά: πίστευε ειλικρινά ότι, πέρα από τα όποια ζητήματα του έλυνε, θα συνέβαλλε με αυτό τον τρόπο στην οικοδόμηση μιας δίκαιης κοινωνίας, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Ο Μπάουμαν δεν απέκρυψε ποτέ ότι εργάστηκε για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Πολωνίας, ούτε όμως και ζήτησε ποτέ συγγνώμη για αυτό.
Τα πράγματα γίνονται απειλητικά για τη δημοκρατία, όταν επιδιώκεται (και συχνά επιβάλλεται) ο εξορισμός από τον δημόσιο χώρο του πολιτισμού ενός έργου, που μια ομάδα πίεσης θεωρεί τον δημιουργό του ηθικά ανάξιο.
Η εξέλιξη του Μπάουμαν στην υπηρεσία υπήρξε ταχύτατη: τον Μάιο του 1952, σε ηλικία μόλις 27 χρόνων, έχει φτάσει στον βαθμό του ταγματάρχη. Οσο γρήγορη και αν ήταν η άνοδος, ακόμη πιο γρήγορη ήταν η πτώση: τον Μάρτιο του 1953 αποπέμφθηκε, γιατί ο πατέρας του είχε επαφές με εχθρούς της πατρίδας. Οπως ο Μπάουμαν παρακολουθούσε άλλους, το ίδιο καλά και η υπηρεσία παρακολουθούσε τον πατέρα του και είχε διαπιστώσει ότι είχε πράγματι επισκεφθεί δύο φορές την πρεσβεία του Ισραήλ, για να πάρει πληροφορίες σχετικά με τη μετανάστευση εκεί. Η πιο μαύρη σελίδα στη βιογραφία του Μπάουμαν, κατά τη γνώμη μου, είναι η δήλωση αποκήρυξης του πατέρα του, που κατέθεσε στο Κόμμα (σ. 288).
Μετά την αποπομπή του από το σώμα, ο Μπάουμαν παραμένει μέλος του Κόμματος και ξεκινάει σιγά σιγά την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του στην Πολωνία, η οποία θα κλείσει οριστικά, όπως και η ίδια η ζωή του εκεί, το 1968. Στην αρχή της χρονιάς αυτής, ο Μπάουμαν θα παραδώσει στο Κόμμα, μαζί με τη γυναίκα του, την κομματική του ταυτότητα, τον Μάρτιο θα συμμετάσχει στις αντικαθεστωτικές φοιτητικές διαδηλώσεις και τον Ιούνιο θα εγκαταλείψει την Πολωνία, με προορισμό το Ισραήλ, τη μόνη χώρα για την οποία μπορούσε να πάρει βίζα. Προηγουμένως του επέβαλαν να καταθέσει αίτηση αποποίησης της πολωνικής ιθαγένειας. Είναι πλέον επισήμως άπατρις.
Αυτή η βιογραφική πληροφορία ότι ο Μπάουμαν υπηρέτησε στις μυστικές υπηρεσίες ασφαλείας της Πολωνίας ενδέχεται, αναρωτιέμαι, να επηρεάσει τη σχέση μας με το έργο του; Ας απαντήσω για λογαριασμό μου: κατηγορηματικά όχι. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κατά την κομμουνιστική περίοδό τους, αμέτρητοι άνθρωποι αναγκάστηκαν να κάνουν αβαρίες με τη συνείδησή τους. Να ένας από τους πολλούς λόγους που είμαστε υπέρ της δημοκρατίας, για να μην αναγκαζόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουμε. Μακάρι ο Μπάουμαν να μην είχε γίνει αξιωματικός της KBW, έγινε όμως. Ας αναλογιστούμε τις τότε συνθήκες και ας είμαστε επιεικείς. Εκείνοι που σήμερα προβάλλουν αυτό το γεγονός της ζωής του και βάλλουν εναντίον του τον λίθον του αναθέματος δεν είναι οι αναμάρτητοι, αλλά οι εθνικιστές, ακροδεξιοί, νεοναζί και αντισημίτες της Πολωνίας, αποκαλώντας τον απαξιωτικά «ταγματάρχη Μπάουμαν», αυτοί που τον προπηλάκιζαν όταν ερχόταν στην πατρίδα του μετά την πτώση του κομμουνισμού. Εχουν τους λόγους τους: ο Μπάουμαν είναι Εβραίος και έμεινε πάντα αριστερός, οπαδός ενός ανθρωπιστικού σοσιαλισμού.
Το ερώτημα που υπόκειται σε τούτο το σημείωμα είναι εκείνο το παμπάλαιο και πολύπλοκο για τη σχέση ζωής και έργου, το οποίο σήμερα έχει ανακινηθεί εκ νέου με ακραίο τρόπο (#MeToo, Cancel culture), δηλαδή κατά πόσον είναι δυνατό να ερμηνεύουμε και πολύ περισσότερο να αξιολογούμε ένα έργο από τη ζωή του δημιουργού του. Πιστεύω προσωπικά ότι το πιο σημαντικό πράγμα που κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του είναι η ίδια η ζωή του, η ιδιωτική και η δημόσια, αλλά αυτή ας την κρίνει όποιος θέλει αυτοτελώς, και όχι να αξιολογεί μέσω αυτής τα έργα, και πολύ περισσότερο να τα απαξιώνει λόγω της πραγματικής ή υποτιθέμενης ηθικής απαξίας του δημιουργού τους. Τα πράγματα γίνονται απειλητικά για τη δημοκρατία όταν επιδιώκεται (και συχνά επιβάλλεται) ο εξορισμός από τον δημόσιο χώρο του πολιτισμού ενός έργου, που μια ομάδα πίεσης θεωρεί τον δημιουργό του ηθικά ανάξιο. Υπάρχουν δηλαδή, θα ρωτήσει κάποιος, αδιαπέραστα στεγανά, ανάμεσα στη ζωή και στο έργο ενός ανθρώπου; Η απάντηση εδώ είναι πως τα πράγματα ποικίλλουν ανάλογα με το είδος του έργου – άλλο ένα ποίημα και άλλο ένα πολιτικό δοκίμιο. Μπορούμε ασφαλώς να κρίνουμε και να κατακρίνουμε ηθικά και τα κάθε είδους έργα, για λόγους όμως που αφορούν αυτά τα ίδια και όχι τη ζωή του δημιουργού τους.

