«Κι ύστερον ανέτειλεν ο ήλιος του Μεγάλου Σαββάτου, και ανέθορεν από της θαλάσσης μια πύρινη παμφαής γραμμή, διαλύουσα την ομίχλην της Μεγάλης Παρασκευής…» – και κάπως αμυδρά, εκείνη των πολέμων. Τους θυμίζουν οι διάσπαρτες εκρήξεις στις οθόνες, οι πραγματικές, όχι τα αναστάσιμα καψύλια και πυροκρόταλα, βαρελοτάκια και στρακαστρούκες που κάποια παιδιά ρίχνουν από νωρίς, πριν αστράψει η πλατεία από το φως των κεριών και ο ιερεύς αρχίσει «να ψάλλη λαμπρά τη φωνή το Χριστός Ανέστη».
Καταλυτική η ανάπαυλα, λίγο πριν από το πασχαλινό πανηγύρι, όταν αποκτούν άλλο νόημα και τα βαρυσήμαντα και τα ασήμαντα, εκείνα τα τίποτα της ζωής, που κάνουν τις ανθρώπινες πράξεις χαρμόσυνα να συμφύονται. Κοντή άραγε η μεσανατολική ανάσα; Διότι αμφίβολες είναι, ευάλωτες, οι εκεχειρίες πάνω από ερείπια, γονατισμένους πληθυσμούς και πόνο. Αστείρευτοι οι κρουνοί της φωτιάς στα θερμά πεδία. Ο κόσμος παγιδευμένος σε αέναους πολέμους, στη μία μάχη μετά την άλλη, σε bellun nefandum, αθέμιτες, ανόσιες συγκρούσεις. Ουκρανία, Σουδάν, Ισραήλ, Γάζα, Ιράν, Λίβανος… Το κύρος της Δύσης μειώνεται και οι λαοί ζουν με φόβο.
Πολλά όσα μετατρέπουν τις συρράξεις σε μακρόσυρτες μάχες φθοράς: έλλειψη σαφούς στόχου ή σχεδίου για ειρήνευση, περίπλοκα γεωπολιτικά συμφέροντα, ρευστές συμμαχίες, πίεση για πολιτική επιβίωση, ασθενής πολιτική βούληση, αδιάλειπτη παραγωγή νέων όπλων, προβληματικοί δίαυλοι επικοινωνίας, κατασκευασμένες αφηγήσεις και ψέμα. Κανείς δεν κερδίζει. Το ήξεραν οι άνθρωποι από παλιά. «Οταν αργεί να έρθει η νίκη, κοπάζει η θέρμη των ανδρών και τα όπλα τους θαμπώνουν. Δεν υπάρχει χώρα που να ωφελήθηκε από ατέρμονες αιματοχυσίες», έλεγε τον 6 αι. π.Χ. ο Κινέζος στρατηγός και φιλόσοφος Σουν Τσου. «Ο παρατεταμένος πόλεμος βάζει σε κίνδυνο την ελευθερία στις δημοκρατίες. Είναι ο πιο γρήγορος και βέβαιος τρόπος για να την καταστρέψει», σημείωνε το 1840 ο Γάλλος στοχαστής και πολιτικός Αλέξις ντε Τοκβίλ. Κάνει δεσποτικές, έλεγε, τις ελεύθερες κυβερνήσεις.
Το Ισραήλ, παρά τις συμφωνίες, χτυπάει στόχους σε Γάζα και Λίβανο. Η Ρωσία δεν εγκαταλείπει τον διαρκή πόλεμο που έχει κηρύξει κατά της Ουκρανίας, προσβλέποντας στην κόπωση της Δύσης – οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις είναι που κρατούν τους ηγέτες αμφοτέρων στην εξουσία. Και σταδιακά, και έξω από τα μέτωπα, έξω από τις σπαρασσόμενες ζώνες όπου οι άνθρωποι με τα drones πάνω από τα κεφάλια κάθε στιγμή ψηλαφούν τη ζωή μέσα από τη σκιά του θανάτου, ο πόλεμος γίνεται κομμάτι της κανονικότητας, μέρος του κοινού λόγου.
Ούτε σταματά με την κατάπαυση των σκοτωμών. Το μαρτύριο των διαλυμένων ημερών, η προσφυγιά, η φτώχεια, οι αρρώστιες εξακολουθούν και μετά το «τέλος». Η ειρήνη δείχνει να αποτελεί καρπό πολιτικής διευθέτησης –όχι ηθικής επιταγής, όπως πρέσβευε ο Καντ– στις σημερινές κοινωνίες όπου η έννοια του να πεθαίνει κάποιος για την πατρίδα μοιάζει ασύμβατη με την ατομικιστική τους φύση.
Ανεξιχνίαστα τα βάθη ενός κόσμου που δεν είναι πια από καιρό διπολικός –δύο υπερδυνάμεις, δύο οπλοστάσια– αλλά πολυπολικός και τεχνολογικά πολύπλοκος, με κυρίαρχες τις μέγιστες ασυμμετρίες. Εξουσίες ξαναγράφουν τους κανόνες και αδίστακτοι ηγέτες ποδοπατούν την κανονιστική υποδομή του διεθνούς δικαίου. Κυρίαρχα κράτη δεν μοιράζονται κοινά πλαίσια και οι σκληρές απειλές παίρνουν τη θέση των εγγυήσεων ασφαλείας. Με μακρινή ψευδαίσθηση φαντάζει ο φιλελεύθερος διεθνισμός μας.
Εγραφε το 1624 ο Ολλανδός ουμανιστής Ούγος Γρότιος, πατέρας του διεθνούς δικαίου, στο «Περί του δικαίου του πολέμου και της ειρήνης», ότι ακόμη και ο πόλεμος έχει κανόνες κοινούς σε όλη την υφήλιο, που πηγάζουν από την απλή ανθρώπινη λογική. Σήμερα, τα κράτη επικαλούνται το διεθνές δίκαιο επιλεκτικά, ανάλογα με τη βολή τους. Η νομιμότητα άλλοτε παραβιάζεται ανενδοίαστα και άλλοτε εργαλειοποιείται. Η διπλωματία ασκείται όχι με προσεκτικά βήματα, αλλά άμεσα και ωμά.
Κάποτε ο κόσμος ήταν ξεκάθαρος: κράτη, θεσμοί, συμμαχίες, κανόνες. Σήμερα το τοπίο είναι θολό και μεταξύ των κύριων παικτών είναι ιδιωτικοί παράγοντες, δίκτυα πληρεξουσίων, εταιρείες τεχνολογίας. Εγχώρια κατηγορητήρια παρακάμπτουν τις διεθνείς δικαστικές διαδικασίες και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντικαθιστούν τα επίσημα ανακοινωθέντα. Ποια θα είναι η νέα τάξη, αν υπάρξει μια τέτοια;
Η άνοιξη, πάντα ίδια, πάντα ορμητική και βιαστική, είναι εδώ. Ιδια η λαχτάρα που κρατάει ολόρθη τη ζωή, ίδιες οι μυρωδιές που διαλαλούν τη γιορτή, ίδια η ασυγκράτητη κραιπάλη γης και ουρανού – ο κόσμος δεν είναι πια ο ίδιος.

