«Ενας Χριστιανός που δεν ξέρει πώς να κατηγορεί τον εαυτό του δεν είναι καλός Χριστιανός»
ΠΑΠΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ (1936-2025)
Ο Τραμπ, καθιστός πίσω από το γραφείο του, έχει κλείσει τα μάτια σαν να διαλογίζεται (αν είναι δυνατόν!). Τον περιβάλλουν καμιά εικοσαριά πάστορες, όρθιοι, με τα μάτια κλειστά κι αυτοί. Ο καθένας επιθέτει το χέρι του στον ώμο του διπλανού. Οι πλησιέστεροι στον Τραμπ έχουν το σπάνιο προνόμιο να ακουμπούν τον ηγεμόνα. Ολοι μαζί προσεύχονται. Την προσευχή απαγγέλλει ένας από τους πάστορες. «Προσευχόμαστε για τη θεϊκή σοφία να πλημμυρίζει την καρδιά του και το μυαλό του. Κύριε, καθοδήγησε [τον Πρόεδρο] στις δύσκολες στιγμές που αντιμετωπίζουμε σήμερα. […]». Αγνωστο πώς οι λέξεις «θεϊκή σοφία» και «Τραμπ» χωρούν στην ίδια πρόταση.
Δεν ξέρω αν οι πάστορες ζήτησαν συγχώρεση από τον Κύριο για τη δολοφονία 165 κοριτσιών στο δημοτικό σχολείο του Μινάμπ, στο Ιράν, από αμερικανικούς πυραύλους, αλλά αμφιβάλλω. Δεν πήγαν εκεί τόσο για να προσευχηθούν, όσο για να δείξουν ότι προσεύχονται. Ο ευσεβισμός πουλάει – πρέπει να επιδεικνύεται.
Πώς θα αντιδρούσε ο Ιησούς αν τους έβλεπε; Είμαι βέβαιος ότι δεν θα έμενε απαθής. Ο Ιησούς είναι ανένδοτα επικριτικός απέναντι στην υποκρισία. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι –οι ερμηνευτές και τοποτηρητές του Μωσαϊκού Νόμου– τον εξοργίζουν. Τους αποκαλεί «ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν». Η γλώσσα του είναι ιδιαιτέρως καυστική. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. […] ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας» (Ματθαίος, 23).
Οι δήθεν ευσεβείς τηρούν τυπολατρικά τον νόμο, αλλά απο- φεύγουν το πνεύμα του. Ο αγώνας κατά της υποκρισίας είναι ο αγώνας να μη χαθεί η ζωογόνος δύναμη του ιδεώδους. Η εγρήγορση είναι το ζητούμενο.
Γιατί εξοργίζει τον Ιησού τόσο πολύ η υποκρισία; Διότι οι υποτιθέμενοι ευσεβείς είναι δήθεν ευσεβείς. Τηρούν μεν, τυπολατρικά, τον νόμο, αλλά αποφεύγουν το πνεύμα του. Ενδιαφέρονται μόνο για το φαίνεσθαι· αρνούνται να μεταμορφωθούν εσωτερικά. Χρησιμοποιούν τους θρησκευτικούς τύπους ιδιοτελώς – ως εργαλεία αυτοπροστασίας και κατίσχυσης. Φορούν τη μάσκα του ευσεβούς για να μην εκθέσουν σε θέα τα αισθήματα και τις πράξεις τους. Αρνούνται, έτσι, τη μετοχή στον λόγο του Θεού, ο οποίος προϋποθέτει αλλοκεντρικό (μη αυτο-εξυπηρετικό) προσανατολισμό. Ο φαρισαϊσμός ενοχλεί τον Ιησού γιατί, διασπώντας τον άνθρωπο, τον απομακρύνει από την αγαπητική ετερο-αναφορικότητα – το «αγαπάτε αλλήλους».
Καθότι η υποκρισία διαιρεί το άτομο, το εμποδίζει να διαμορφώσει έναν συνεκτικό εαυτό. Η απουσία εσωτερικής συνοχής δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αλήθεια. Αν είμαι εσωτερικά διασπασμένος, δυσκολεύομαι να αποφανθώ εγκύρως για όσα με περιβάλλουν, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν στη συμπεριφορά μου, γιατί δεν ξέρω σε τι να αποδώσω σημασία, τι να προσέξω και τι να εμπιστευθώ. Oταν λ.χ. ασπάζομαι το «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθαίος, 7,1) αλλά είμαι φιλοκατήγορος έναντι των άλλων, αντιφάσκω. Oταν λέω ότι με συγκινούν τα λόγια του Ιησού «ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με» ή «ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθαίος, 25, 23, 27), αλλά δεν θέλω να βλέπω ξένο μπροστά μου, υποκρίνομαι. Aλλα λέω κι άλλα κάνω ή πιστεύω. Ποιος είμαι; Τι είναι, τελικά, αληθινά σημαντικό για μένα;
Αν και ενίοτε υποκρίνομαι εσκεμμένα για να κερδίσω οφέλη σε ένα ανταγωνιστικό παίγνιο, συχνά υποκρίνομαι ανεπίγνωστα – λ.χ. για να αυτοπροστατευθώ ή να είμαι αρεστός στους άλλους και στον εαυτό μου. Σε κάθε περίπτωση, ρέπω στην αυταπάτη – κινδυνεύω να μη γνωρίζω τον εαυτό μου. Πώς, όμως, τότε, θα βελτιωθώ; Πώς θα διατηρήσω έναν συνεκτικό εαυτό, που, αφενός, ξέρει τι θέλει και τι πιστεύει, αφετέρου, δείχνει αξιόπιστα τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις του στους άλλους, επιτρέποντας την αλληλο-κατανόηση; Στο μέτρο που νιώθω την ανάγκη να έχει συνοχή η ζωή μου, δεν μπορώ να ζω διά μακρόν γνωρίζοντας ότι υποκρίνομαι, οπότε πείθω τον εαυτό μου να απωθεί την υποκρισία του. Υποκρίνομαι ότι δεν υποκρίνομαι. Μπλέκομαι σε δαιδαλώδη παίγνια με τον εαυτό μου, θρυμματίζοντας περαιτέρω τη συνοχή μου.
Κάθε κοινωνικός ρόλος εμπεριέχει έναν ευγενή σκοπό – να είμαι καλός γονιός, καλός δάσκαλος, καλός οτιδήποτε. Στην άσκηση του ρόλου, σε πραγματικές, όχι ιδεατές, συνθήκες, ενδέχεται ο σκοπός να ατονήσει. Η ανάγκη να συμβιβάσουμε τον ευγενή σκοπό με τον αμείλικτο πραγματισμό μάς ωθεί στην υποκρισία. Οπως καταδεικνύει ο Χένρικ Ιψεν στα θεατρικά έργα του, υποκριτές είναι όσοι, κατ’ αρχήν, υπηρετούν ιδεώδη. Ενας αμιγώς συναλλακτικός άνθρωπος δεν χρειάζεται να υποκρίνεται· του αρκεί ο κυνισμός.
Ο αγώνας κατά της υποκρισίας είναι ο αγώνας να μη χαθεί η ζωογόνος δύναμη του ιδεώδους. Στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», το αυτοθυσιαστικό παράδειγμα του Ιησού οικειώνεται ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, όταν υποδύεται τον ρόλο του Χριστού στην αναπαράσταση των Παθών, στη Λυκόβρυση, στην οποία έχουν καταφθάσει πρόσφυγες ζητώντας βοήθεια. Ο ρόλος δεν απισχνάται ηθικά, πάντοτε. Στους πρωτόπειρους, ειδικά, ενεργοποιεί το ιδεώδες που καταστατικά υπηρετεί. Η εγρήγορση είναι το ζητούμενο. Καλό Πάσχα!
*Ο κ. Χαρίδημος κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

