Βάσει των δεικτών ισχύος, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο. Είναι η πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη, η οικονομία τους παρά τα προβλήματα και την αποβιομηχάνιση διατηρείται συστηματικά σε θετική και αναπτυξιακή τροχιά, ελέγχουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα δημογραφικά τους είναι καλύτερα συγκριτικά με τις περισσότερες χώρες του πλανήτη, στην καινοτομία διατηρούν τα ηνία, αν και η Κίνα έχει κλείσει μεγάλο μέρος της ψαλίδας, η τεχνολογία και οι εφαρμογές τους επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά μας, ενώ συντηρούν την πολιτισμική τους διείσδυση σε ένα μεγάλο κομμάτι του παγκόσμιου χωριού. Από την άλλη το κύρος τους έχει τρωθεί σημαντικά, κυρίως λόγω των αποτυχημένων επεμβάσεων σε Ιράκ και Αφγανιστάν, με τον ανταγωνισμό να είναι μεγαλύτερος και το κενό εξουσίας που έχει αφήσει η ολοένα και πιο επιλεκτική παρεμβατικότητα ή και η απουσία τους, να έχει δώσει τη δυνατότητα σε μεσαίου τύπου δυνάμεις να προωθήσουν, ακόμη και να επιβάλουν την ατζέντα τους στο εγγύς εξωτερικό τους.
Ο πρόεδρος Τραμπ, με το ιδιόμορφο στυλ του και βασιζόμενος συχνά στο ένστικτό του, κλόνισε αρκετές από τις σταθερές στις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν βασίσει την πρωτοκαθεδρία τους, εκτιμώντας ότι αρκεί η πολυδιάστατη ισχύς τους για να κατοχυρώνονται τα συμφέροντά τους. Στην ίδια αντίληψη, αποφάσισε να συμμετάσχει στην απόπειρα του Ισραήλ να ανατρέψει το καθεστώς του Ιράν και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο που αυτό συνιστά για την ασφάλεια του Ισραήλ, μέσω του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματός του και των δορυφόρων του στην περιοχή. Μια γρήγορη νίκη, μετά τη δολοφονία Χαμενεΐ, θα «κούμπωνε» με την ανατροπή Μαδούρο στη Βενεζουέλα και τη διαφαινόμενη, επικείμενη αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα. Ετσι, με σχεδόν αναίμακτο τρόπο και χωρίς τη σοβαρή εμπλοκή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, περισσότερο με την απειλή χρήσης ισχύος, η Ουάσιγκτον θα κατάφερνε μεγάλο μέρος των επιδιώξεών της τόσο στην αμερικανική ήπειρο όσο και στη Μέση Ανατολή. Ειδικότερα, σε σχέση με την τελευταία, στο ιδανικό σενάριο, θα αποστερούσε την πρόσβαση της Κίνας σε ένα σημαντικό ενεργειακό εταίρο για αυτήν, ο οποίος την προμηθεύει με περίπου το 12% των εισαγωγών πετρελαίου της και θα εγκαθιδρυόταν μια περισσότερο συνεννοήσιμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες κυβέρνηση στο Ιράν, ανοίγοντας τον δρόμο για συνεργασία με τις γειτονικές χώρες του Κόλπου, δίνοντας πρόσβαση στην Αμερική στον ενεργειακό κλάδο και δημιουργώντας ακόμα καλύτερες προϋποθέσεις για την περιφερειακή σταθερότητα, την ευημερία, όπως βέβαια και την ασφάλεια του Ισραήλ. Μία τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε αλλαγή υποδείγματος για την περιοχή και πέραν αυτής.
Η πεισματική στήριξη στις αποσταθεροποιητικές επιλογές του Ισραήλ εξασθενίζει την επιρροή των ΗΠΑ σε ένα κομμάτι της Δύσης και στον «Παγκόσμιο Νότο».
Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων του Ιράν να παράγει και να χρησιμοποιεί βαλλιστικούς πυραύλους και drones έχει απομειωθεί, ενώ το ιρανικό ναυτικό και η αεράμυνα έχουν εξουδετερωθεί, όχι όμως και η ικανότητά του να διεξάγει ασύμμετρο πόλεμο. Εξ ου και οι χώρες του Κόλπου, στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, αισθάνονται απροστάτευτες και πρέπει πλέον να αναζητήσουν άλλους τρόπους εξασφάλισής τους απέναντι στην Τεχεράνη, χωρίς να επαφίενται στην Ουάσιγκτον. Πάντως, έχουν προκληθεί ανυπολόγιστες ζημιές στη βιομηχανία της χώρας και είναι δεδομένο πως ακόμη και κατόπιν ενδεχόμενης συμφωνίας για άρση των αμερικανικών κυρώσεων, θα χρειαστούν χρόνια ώστε το Ιράν να βρεθεί σε μια σχετική κανονικότητα, εντούτοις, οι Ιρανοί που αντιστρατεύονται το καθεστώς αισθάνονται προσώρας προδομένοι, αφού η Ουάσιγκτον διαπραγματεύεται απευθείας μαζί του.
Ταυτόχρονα όμως υποτιμήθηκε η συνθετότητα της κατάστασης και φαίνεται να μην υπήρχε εναλλακτικό πλάνο αντίδρασης, σε περίπτωση που δεν υλοποιούνταν σε πρώτο χρόνο οι πολιτικοί στόχοι που είχαν τεθεί πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων. Αυτή τη στιγμή, η Τεχεράνη έχει καταφέρει να καταστήσει κύριο πρόβλημα για τις αλυσίδες τροφοδοσίας και την αγορά ενέργειας τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, βάζοντας εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα το πυρηνικό της πρόγραμμα, με προφανή κίνδυνο να προκύψει μια συμφωνία ανάλογη αυτής που υπήρχε στο τραπέζι πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, αν όχι αυτής του 2015, από την οποία αποχώρησε το 2018 ο Τραμπ. Η αδυναμία παραδοχής του λάθους από τον τελευταίο με την ταυτόχρονη μεταβίβαση της ευθύνης σε άλλες δυνάμεις, υπονομεύει τον ρόλο της Ουάσιγκτον ως υπεύθυνου παρόχου ασφάλειας για τους εταίρους της, ενώ ρηγματώνει την ευρωατλαντική συμμαχία, με την ανησυχία εύλογα να μεταφέρεται στην Ουκρανία αλλά και συνολικά στην Ευρώπη, εφόσον ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποφασίσει να «τιμωρήσει» πολλούς από τους νατοϊκούς συμμάχους του. Επίσης, η πεισματική στήριξη στις αποσταθεροποιητικές επιλογές του Ισραήλ εξασθενίζει την επιρροή των ΗΠΑ σε ένα κομμάτι της Δύσης και στον «Παγκόσμιο Νότο», καθιστώντας αναγκαία την αναθεώρηση των σχέσεων με το Τελ Αβίβ. Επομένως, αυτή τη στιγμή η πρακτική ζημιά είναι μεγαλύτερη από τα δυνητικά και αβέβαια οφέλη.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

