Φολκλόρ

3' 56" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...
Φολκλόρ-1
Η είσοδος των γραφείων του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η επίκληση της «διαχρονικής παθογένειας» δεν εξηγεί το αναιμικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης για την πάταξη του ρουσφετιού την τελευταία επταετία.

Αν δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στις νέες δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, θα τον θεωρούσαν κυνικό και ηθικά διαβρωμένο. Αν καταδίκαζε το ρουσφέτι χωρίς αστερίσκους και έδειχνε σοκαρισμένος από την εμπλοκή των βουλευτών και των υπουργών του στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η παραδοχή του λάθους θα τον ενοχοποιούσε πολιτικά και την ίδια ώρα θα έμοιαζε υποκριτική. «Παριστάνει ότι δεν γνώριζε», θα σχολίαζαν αντίπαλοι αλλά και φίλοι. Eτσι, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να κάνει κάτι άλλο, ίσως το χειρότερο απ’ όλα: να μιλήσει ακόμα μια φορά σαν να φέρουμε όλοι την ίδια ευθύνη για την κουλτούρα του ρουσφετιού, περιγράφοντάς την ως γνώρισμα του πολιτικού συστήματος από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Αντί να καταδικάσει τον εναγκαλισμό της κυβέρνησής του με τη διαφθορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορίζει την τελευταία ως στοιχείο του ελληνικού φολκλόρ και ενοχλείται από την ενόχλησή μας.

Το καλό παράδειγμα

Προφανώς, αν δεν υπήρχαν πολίτες να ζητούν χάρες, δεν θα υπήρχαν και πολιτικοί να τις ικανοποιούν. Είναι αυτονόητο πως το ρουσφέτι είναι μια πράξη συνεργασίας, με βαθιές ρίζες στην ελληνική Ιστορία. Η υψηλή πολιτική ευθύνη όμως υπερβαίνει την αρνητική λαϊκή ροπή· υπάρχει για να την ελέγχει, όχι για να πορεύεται μαζί της. Οι αντιπρόσωποι των πολιτών δεν εκλέγονται για να ενσαρκώνουν τον ελληνικό μέσο όρο, αλλά για να εργάζονται σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, παρακάμπτοντας ή ανατρέποντας ανθρωπολογικές στρεβλώσεις και νοσηρά κοινωνικά στερεότυπα. Η διαπίστωση λοιπόν του πρωθυπουργού πως δεν υπάρχει βουλευτής με πολιτικό γραφείο που να μην έχει κάνει κάποια «εξυπηρέτηση» είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική αλλά και απολύτως προβληματική: αν είναι τόσο δεδομένο το ελάττωμα του συστήματος, γιατί δεν διορθώθηκε επτά χρόνια τώρα από την κυβέρνηση της Ν.Δ.; Είτε η τελευταία περίμενε να εκτεθεί ανεπανόρθωτα πριν αναλάβει δράση είτε απλώς αδιαφορούσε και αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να ενδιαφερθεί.

Βολικές πεποιθήσεις

Το γεγονός ότι αντί να εστιάζει στο ίδιο το πρόβλημα της διαφθοράς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εστιάζει στους «υποκριτές» που το καταγγέλλουν, εξηγεί γιατί δεν το έχει λύσει ακόμα. Εφόσον η «διαχρονική παθογένεια» αποδίδεται βολικά στο προαιώνιο ελληνικό ιδίωμα, σ’ εκείνο το «σύστημα» το οποίο όλοι δήθεν βρήκαν έτοιμο και αδυνατούν εκ των πραγμάτων να ανατάξουν, η ευθύνη της εξουδετέρωσής της μπορεί κι αυτή να αναχθεί στο άπειρο. Γιατί να αναλάβει η Ν.Δ. το πολιτικό κόστος του τερματισμού των πελατειακών της δικτύων και να αφήσει τους ανταγωνιστές της να συνεχίσουν να αξιοποιούν τα δικά τους; Πολύ ευκολότερο είναι ο πελατειασμός να λογιστεί ως έμφυτος στο ελληνικό πολιτικό DNA και να περιβληθεί από μια συνωμοτική ομερτά. Eτσι, όποιος σπάει την ομερτά προκαλεί οργή για τον λάθος λόγο: όχι επειδή αποκαλύπτει τη νοσηρότητα των ρουσφετιών, αλλά επειδή προδίδει αυτούς που από θέση ευθύνης τα είχαν κανονικοποιήσει. Η κυβέρνηση τα έβαλε με το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο για την υποκρισία του, αλλά κι από μια αίσθηση προδομένης αλληλεγγύης μεταξύ «κατεργαραίων».

Ηθος αντί νόμου

Η πρόταση για το ασυμβίβαστο μεταξύ των ιδιοτήτων βουλευτή και υπουργού συνάδει με την απροθυμία πάταξης της διαφθοράς, υπό την έννοια ότι δεν γίνεται σαφές ποιο ακριβώς θα είναι το μεταρρυθμιστικό της αντίκρισμα. Δεν θα έχουν μήπως κίνητρο οι υπουργοί για παράτυπες/παράνομες διαμεσολαβήσεις, αν έχουν πρώτα παραδώσει την έδρα τους; Μα, από τη στιγμή που δεν είναι αμιγώς τεχνοκράτες, οι υπουργοί θα θελήσουν να επανεκλεγούν ως βουλευτές· το κίνητρο παραμένει. Oσο για τους μη υπουργοποιημένους βουλευτές, τι ακριβώς θα τους εμποδίσει ηθικά ή πρακτικά να ασκήσουν πιέσεις που δεν θα έπρεπε να ασκούν; Ούτε σε αυτό το επίπεδο θα αλλάξει κάτι. Δεν είναι κάποια μαγική νομοθετική συνταγή αυτό που λείπει για να ξεριζωθεί η πρακτική του ρουσφετιού· είναι η πολιτική πρόθεση, η εσωκομματική λογοδοσία, η κατάλληλη νοοτροπία. Την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός αποδέχεται τη διαφθορά ως ιστορική σταθερά της χώρας, πώς να την αποκηρύξει το πολιτικό προσωπικό του;

Τυπολογία και ουσία

Ισχύει ότι τα ρουσφέτια δεν είναι όλα ίδια: υπάρχει η παράνομη εξυπηρέτηση ενός πολίτη που ζητάει και αποκτά αυτό που δεν δικαιούται, από τη μία, και η προνομιακή του μεταχείριση από την άλλη, που δεν αποβλέπει στην υπέρβαση της νομιμότητας, αλλά της γραφειοκρατίας. Η δεύτερη ενδέχεται να μην είναι καν κολάσιμη. Το ποινικό σκέλος τής πολιτικά συντηρούμενης ανισότητας δεν είναι όμως το μόνο θέμα· το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εκτός από οικονομικό κόστος, έχει και ηθικό: αφορά την ποιότητα των θεσμών και τη σχέση των πολιτών με αυτούς. Το ζητούμενο επομένως είναι οι πολίτες να μην προστρέχουν σε καμία από τις δύο εκδοχές πλάγιας εξυπηρέτησης και οι πολιτικοί να μην αναλώνονται στην παροχή τους – όχι να «τρέχουν» και οι δύο παράλληλα κι εμείς να συζητάμε στα σοβαρά ποια συγχωρείται και ποια όχι. Κι αυτό μόνο με έναν τρόπο γίνεται: με σοβαρό κράτος· όχι με επιτελικά υβρίδια, ούτε με νομοθετήσεις στο πόδι.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT