«Η οικονομική καταστροφή είναι τεράστια. Καμία σχέση με το 2008 και πολύ χειρότερη από τις μέρες της πανδημίας. Μέσα σε λίγα 24ωρα από την πρώτη επίθεση του Ιράν στο Ντουμπάι, υπήρξε πρωτοφανές τσουνάμι εξόδου από το εμιράτο. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που είχαν μετοικήσει με τις οικογένειές τους εδώ, φεύγουν άρον άρον γιατί δεν αισθάνονται πλέον ασφαλείς. Στο υπερκατάστημα που διευθύνω, ελάχιστοι είναι οι πελάτες που μπήκαν τον τελευταίο μήνα. Η εικόνα του επίγειου παραδείσου που υπήρχε για το Ντουμπάι γκρεμίστηκε μέσα σε λίγες ώρες. Χωρίς να ξέρει κανείς πόσος καιρός πρέπει να περάσει για να επιστρέψει και πάλι η εμπιστοσύνη. Ενας πύραυλος την ημέρα αρκεί για να κρατάει ζωντανό τον φόβο».
Με αυτά τα λόγια μού περιέγραψε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο εμιράτο της χλιδής Ελληνας φίλος που ζει εκεί τα τελευταία 30 χρόνια και «τρέχει» μια σημαντική εμπορική επιχείρηση σε συνεργασία με το κράτος. Εκεί που ήταν μόνο αμμόλοφοι και έρημος, οι επιχειρηματίες του Ντουμπάι κατασκεύασαν τις τελευταίες δεκαετίες ένα υπερπολυτελές θέρετρο πλουσίων. Με ξενοδοχεία «6 αστέρων», ουρανοξύστες 800 μέτρων, με τεχνητά νησιά στο σχήμα ενός ξαπλωμένου φοίνικα, με υπερπολυτελείς βίλες, με θαλάσσια πάρκα. Μέσα σε λίγες μέρες το Ντουμπάι έγινε μια πόλη-φάντασμα. Αδειοι δρόμοι και παραλίες, κλειστές επαύλεις, έρημες υπεραγορές και μηδενική κατανάλωση στη χώρα που χτίστηκε για υπερκατανάλωση. Με τους ξένους όπου φύγει φύγει και τους ντόπιους στα καταφύγια.
Το Ντουμπάι δεν ζει από το πετρέλαιο. Μόνο το 5% των εσόδων του προέρχεται από πετρελαιοπηγές. Ζει από τον τουρισμό, από την προσέλκυση ξένων επενδυτών, από τα υπερπολυτελή ακίνητα που πουλάει σε ξένους και από την προσέλκυση κεφαλαίων λόγω της χαμηλής φορολογίας που προσφέρει σε εκατοντάδες χιλιάδες πολυεκατομμυριούχους –κυρίως Βρετανούς, Ρώσους, Ινδούς και Κινέζους– που ζουν στο εμιράτο. Αλλά και από τους περίπου 2,5 εκατ. ξένους επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες που εργάζονται εκεί με πολύ υψηλό εισόδημα. Ολοι αυτοί τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες αισθάνονται να βρίσκονται στον αέρα κι αναζητούν μια διέξοδο για την επόμενη μέρα.
«Ακούμε συχνά εκρήξεις στον ουρανό από τα αντιαεροπορικά συστήματα που αναχαιτίζουν πυραύλους και drones. Κάποιοι πύραυλοι, όμως, διαφεύγουν από την αεράμυνα και σπέρνουν την καταστροφή και τον θάνατο. Ο εφιάλτης μας είναι η πιθανότητα να χτυπηθούν τα εργοστάσια αφαλάτωσης της χώρας, αφού το πιο σπάνιο αγαθό είναι το πόσιμο νερό. Με μπουκαλάκια μεταλλικό νερό δεν μπορούν να ζήσουν τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. Αν πάψουν να λειτουργούν οι αφαλατώσεις, θα υπάρξει τεράστιο ανθρωπιστικό ζήτημα. Ζούμε έναν αχρείαστο πόλεμο που αν συνεχιστεί θα διαλύσει όλη τη Μέση Ανατολή».
Και δεν είναι μόνο το Ντουμπάι που αποτελεί παράπλευρη απώλεια του πολέμου. Ολα τα κράτη της περιοχής που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις και στρατεύματα ή παρέχουν διευκολύνσεις στις ΗΠΑ (Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Εμιράτα, Σαουδική Αραβία και Ομάν) γίνονται, καθημερινά σχεδόν, στόχοι των αντιποίνων του Ιράν, με σημαντικές καταστροφές. Η χειρότερη ήταν στο ενεργειακό συγκρότημα Ρας Λαφάν του Κατάρ, στο μεγαλύτερο κοίτασμα παραγωγής φυσικού αερίου στον κόσμο. Κατέστρεψε εγκαταστάσεις που παράγουν το 17% του αερίου της χώρας και θα χρειαστούν έως και πέντε χρόνια για να επισκευαστούν, με κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι επιλογές που έχει μπροστά του ο Αμερικανός πρόεδρος έπειτα από ένα μήνα βομβαρδισμών είναι όλες κακές. Σενάριο πρώτο, να αποφασίσει παύση εχθροπραξιών σε 2-3 εβδομάδες και έναρξη διαπραγματεύσεων για την επόμενη μέρα. Με ένα, όμως, πιο ισχυρό πλέον θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο όχι μόνο άντεξε το «σφυροκόπημα», αλλά κρατάει κλειστά τα Στενά του Ορμούζ και συνεχίζει να διαθέτει αποθηκευμένα πυρηνικά καύσιμα στην καρδιά κάποιου βουνού. Σενάριο δεύτερο, ο πρόεδρος Τραμπ να προχωρήσει σε μια περιορισμένης κλίμακας χερσαία επέμβαση –στα Στενά του Ορμούζ, στο νησί Χαργκ ή στα πυρηνικά καύσιμα του Ισφαχάν– με στόχο να επιτύχει μια όσο το δυνατόν πιο γρήγορη νίκη σε τοπικό επίπεδο που να μπορεί να την «πουλήσει» στο εσωτερικό της χώρας για να αποσύρει στη συνέχεια τα αμερικανικά στρατεύματα.
Η πρώτη επιλογή είναι πολιτικά βαριά για τον κ. Τραμπ, αλλά οικονομικά καλύτερη για τις ΗΠΑ και τον κόσμο. Η δεύτερη επιλογή βοηθάει μεσοπρόθεσμα την εικόνα του Αμερικανού προέδρου, έχει όμως μεγαλύτερα ρίσκα. Μπορεί να προκαλέσει μεγάλο αριθμό νεκρών Αμερικανών πεζοναυτών και αν τα πράγματα δεν πάνε καλά να υποχρεώσει την παραμονή των στρατευμάτων στον Κόλπο για μήνες. Κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών στο πετρέλαιο – κακά μαντάτα για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.

