Την περασμένη εβδομάδα, η Eurostat ανακοίνωσε προκαταρκτικά στοιχεία για το κατά κεφαλήν εισόδημα των κρατών-μελών της E.E. για το 2025, τα οποία δείχνουν ότι το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα βελτιώνεται ουσιαστικά και συγκλίνει προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Tα τελευταία έξι χρόνια, το ελληνικό πραγματικό (δηλαδή αποπληθωρισμένο) κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνεται σταθερά: μεταξύ 2019 και 2025, η σωρευτική αύξηση είναι ίση με 13%, όγδοη καλύτερη επίδοση στην Ε.Ε. των «27» και σημαντικά υψηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου (5,7%). Η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη στο διαθέσιμο εισόδημα το οποίο, πέρα από την οικονομική ανάπτυξη, έχει αυξηθεί και λόγω της μείωσης περίπου 80 φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Σε σχέση με το 2019, το 2024 (στοιχεία για το 2025 δεν είναι ακόμη διαθέσιμα) το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει καταγράψει αύξηση 14,3%, έκτη καλύτερη επίδοση στην Ε.Ε. και υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου (6,6%).
Τα στοιχεία δείχνουν σαφή βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο. Αυτό αποτυπώνεται στην αύξηση της πραγματικής κατά κεφαλήν κατανάλωσης, των καταθέσεων των νοικοκυριών, της φορολογικής συμμόρφωσής τους, και στη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τράπεζες και servicers, όπως αυτά καταγράφονται από την ΕΛΣΤΑΤ, την ΤτΕ και την ΑΑΔΕ. Είναι πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς πειστικά ότι τα παραπάνω μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα χωρίς αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση του βιοτικού επιπέδου με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, προσπαθούμε να συγκλίνουμε σε ένα στόχο που κινείται και αυτός ανοδικά. Οπότε πρέπει το δικό μας κατά κεφαλήν ΑΕΠ να αυξάνεται γρηγορότερα από το ευρωπαϊκό. Και αυτό πράγματι συμβαίνει. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι:
Το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα βελτιώνεται τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους. Από 65,5% το 2019, το 2025 το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκεται στο 68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση –η οποία σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ίσως αποτελεί καλύτερο δείκτη σύγκρισης ευημερίας, και στην οποία η χώρα μας είναι πάνω από πέντε κράτη-μέλη της Ε.Ε.– ανέβηκε από 78,1% το 2019 σε 80,8% το 2025. Μπορεί βεβαίως να γίνει συζήτηση για την ταχύτητα της σύγκλισης, αλλά η ύπαρξή της είναι αναμφισβήτητη.
Η σύγκλιση της Ελλάδας είναι πολύ γρηγορότερη σε σύγκριση με την «παλαιά» Ευρώπη, δηλαδή τα κράτη που ήταν μέλη της Ε.Ε. πριν από το 2004. Το 2019 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν στο 53,3% αυτού της Γερμανίας, ενώ το 2025 ήταν στο 59,4%. Τα αντίστοιχα νούμερα για τη Γαλλία είναι 62,5% το 2019 έναντι 70% το 2025. Ακόμη και με πολύ πλούσιες χώρες όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, η Ελλάδα πέτυχε σύγκλιση 6 και πλέον ποσοστιαίων μονάδων. Συνολικά, από τις 13 χώρες οι οποίες ήταν μέλη της Ε.Ε. πριν από το 2004, η Ελλάδα έχει πετύχει σύγκλιση με 10, έχει αποκλίνει από δύο (Ιρλανδία και, οριακά, από Πορτογαλία) και έχει μείνει σταθερή έναντι μιας (Ολλανδία). Ιδια εικόνα παρατηρείται και στην κατά κεφαλήν κατανάλωση.
Η Ελλάδα συγκλίνει πιο αργά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της «νέας» Ευρώπης. Από αυτές, την περίοδο 2019-25 το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ συνέκλινε γρηγορότερα προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε πέντε περιπτώσεις (Τσεχία, Εσθονία και, οριακά, Ουγγαρία, Μάλτα και Σλοβενία), ενώ οκτώ κράτη-μέλη συνέκλιναν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο γρηγορότερα από την Ελλάδα (Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία).
Συμπερασματικά, η Ελλάδα είναι μια χώρα μεταξύ «παλαιάς» και «νέας» Ευρώπης. Συγκλίνει προς τον πλούσιο «πυρήνα» της παλαιάς Ευρώπης και στον συνολικό ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι περισσότερες χώρες της νέας Ευρώπης συγκλίνουν πιο γρήγορα από αυτήν.
Τα παραπάνω δεν είναι μόνο στατιστικές διαπιστώσεις, αλλά συνδέονται με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Τι χαρακτηριστικά έχουν τα κράτη-μέλη της «νέας» Ευρώπης που οδηγούν σε ταχύτερη σύγκλιση από την ελληνική; Η απάντηση περιλαμβάνει χαμηλότερο δημόσιο χρέος, χαμηλότερη φορολογία επιχειρήσεων και εργασίας, χαμηλότερο ποσοστό δημοσίων δαπανών στο ΑΕΠ, ανοικτές αγορές στον ανταγωνισμό, φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον και αύξηση της παραγωγικότητας στη δημόσια διοίκηση. Η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση, γι’ αυτό η χώρα μας συγκλίνει προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ θεωρείται διεθνώς θετικό παράδειγμα οικονομικής ανάκαμψης μετά το 2019. Μπορεί η σύγκλιση να είναι γρηγορότερη; Ναι, μπορεί. Και προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής, μακροοικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, που επιτρέπει συνέχεια στις φιλοαναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις.
H κριτική στις κυβερνητικές επιδόσεις είναι πάντα καλοδεχούμενη. Ομως, για να είναι δημιουργική, πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και να συνοδεύεται από αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις. Είναι παράδοξο να επαινεί κάποιος τα αποτελέσματα μιας πολιτικής σε άλλες χώρες, αλλά ταυτόχρονα να την απορρίπτει για τη δική του.
*Ο κ. Μιχάλης Αργυρού είναι προϊστάμενος του Οικονομικού Γραφείου του πρωθυπουργού.

