Το καθεστώς στο Ιράν δεν έχει αλλάξει, παρά μόνο σε επίπεδο προσώπων. Πρόκειται άλλωστε για ένα πολύ καλά δομημένο σύστημα, το οποίο υπολογίζεται ότι παρέχει προνόμια σε περίπου 15 εκατομμύρια πολίτες (ένοπλες δυνάμεις, αστυνομία, μέλη των υπηρεσιών ασφαλείας και καταστολής, δημόσιοι υπάλληλοι, ιερατείο, εταιρείες ελεγχόμενες από το κράτος), ενώ ένα σημαντικό ποσοστό των βαθιά θρησκευόμενων κύκλων, παρότι πλήττεται καίρια από την οικονομική κρίση, δεν επιθυμεί αλλαγή μοντέλου αλλά οικονομικής πολιτικής. Από την άλλη, ακόμη συναντούμε ένα 20% των Ιρανών που τοποθετείται απέναντι στο καθεστώς, όμως στερείται ηγεσίας και καθοδήγησης, όπως και μέσων (π.χ. όπλα, κεφάλαια), τα οποία βρίσκονται στην κατοχή όσων το στηρίζουν. Οι καθεστωτικοί έχουν ιεραρχία, δομή, ηγεσία, στοχοθεσία και περισσότερο κίνητρο για να παραμείνουν στα πράγματα. Η πλειονότητα των Ιρανών, πάντως, ένα ποσοστό περίπου 60%, βρίσκεται στο μέσον των δύο αντίπαλων στρατοπέδων και προκρίνει την πολιτική και οικονομική σταθερότητα, ανησυχώντας έντονα από την καθίζηση της οικονομίας και την αδυναμία ανάταξής της σε καθεστώς κυρώσεων.
Ακόμη όμως και όταν συντρέξουν οι προϋποθέσεις, δηλαδή μετά τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, για να υψώσουν και πάλι το ανάστημά τους οι αντικαθεστωτικοί, θα αντιμετωπίσουν αντικειμενικά προβλήματα: θα φανούν ότι συνεχίζουν την προσπάθεια ανατροπής από εκεί όπου την άφησαν οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί, ενώ στο εσωτερικό του Ιράν ο εθνικισμός έχει εκ των πραγμάτων ενισχυθεί και η παραδοσιακή εχθρότητα εναντίον Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ έχει ριζωθεί στις συνειδήσεις των περισσότερων Ιρανών. Αν τελικά ο Τραμπ αποφασίσει να πλήξει μη στρατιωτικούς στόχους, ακόμη και αν δεν προκαλέσει εκατόμβες νεκρών αλλά ζημιές σε υποδομές που θα επιδεινώσουν την καθημερινότητα των Ιρανών, η παραμικρή σύνδεση μαζί του θα είναι καταστροφική, τόσο για τους πολίτες όσο και για τα πιο μετριοπαθή στελέχη.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, η τάξη πραγμάτων που κυριάρχησε μετά το 1979, παρά τη στρατιωτική συντριβή της, έχει εμφανώς ενισχύσει τις θέσεις της στο εσωτερικό, καθιερώνεται ως ο μόνος συνομιλητής με το εξωτερικό, ενώ μια άλλη «σειρά» αναλαμβάνει τα ηνία, καθότι εξουδετερώθηκαν οι μεταβατικοί κληρονόμοι του Χαμενεΐ. Αυτό συνέβη κυρίως για δύο λόγους:
Πρώτον, γιατί προετοιμαζόταν επί χρόνια, έχοντας δημιουργήσει μοντέλα διοίκησης και επεξεργαζόμενη διάφορα σενάρια για να εξασφαλιστεί η επιβίωσή της, ανεξάρτητα από την επιτυχία των πολεμικών επιχειρήσεων εις βάρος της. Στόχος της αποκεντρωμένης άμυνας που λαμβάνει τη μορφή μωσαϊκού είναι να προστατευθούν κάποιες εκ των υποδομών παραγωγής και εκτόξευσης πυραύλων και κυρίως drones, με τις τελευταίες πληροφορίες να κάνουν λόγο ότι ένα σημαντικό ποσοστό αυτών έχει παραμείνει ανέπαφο, ενώ έτερη επιδίωξη είναι να διασπαρούν τα καθεστωτικά στελέχη σε μικρές ομάδες ώστε να μην εντοπίζονται εύκολα, ωστόσο είναι εγκαθιδρυμένη και μια εναλλακτική δομή άμεσης αντικατάστασης όταν εξουδετερώνονται. Επίσης, έχει υπάρξει άρτια προετοιμασία για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, με εγκατάσταση συστημάτων και ανθρώπινου δυναμικού που μπορούν να αδρανοποιηθούν μόνο μέσω χερσαίας επέμβασης και υπό προϋποθέσεις, καθιστώντας εντέλει το εν λόγω πέρασμα το απόλυτο διπλωματικό πυρηνικό όπλο.
Δεύτερον, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί το στοχευμένο και αυξανόμενο κόστος των δικών της επιχειρήσεων, που με τη σειρά τους ασκούν πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο, στους συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και σε όσους πλήττονται από τις αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και αγορά ενέργειας, όπως και παίζει σχετικά ριψοκίνδυνα και με τον χρόνο για να μην υποχρεωθεί σε συνθηκολόγηση. Στόχος των Ιρανών είναι να προκαλέσουν και να βαθύνουν το ρήγμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, και να εξωθήσουν τις πρώτες σε βομβαρδισμούς μη στρατιωτικών στόχων ώστε να τις δαιμονοποιήσουν έτι περαιτέρω. Ο Τραμπ από χαρακτήρα βιάζεται για γρήγορες νίκες, αλλιώς αντιδρά σπασμωδικά, αναζητώντας ενόχους. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του, όμως, είναι ότι παρά την καταστροφή πολλών στρατιωτικών στόχων δεν επιτυγχάνονται οι πολιτικές στοχεύσεις των επιχειρήσεων, ενώ πλήττεται η εικόνα της υπερδύναμης που μέσω της ισχύος επιβάλλει άνετα την ατζέντα της, εφόσον η Τεχεράνη δείχνει ιδιαίτερα ανθεκτική. Βρίσκεται συνεπώς σε αδιέξοδο, γιατί μια εμφατική νίκη συνεπάγεται βαθύτερη εμπλοκή, ενώ μια συμφωνία προϋποθέτει αναδίπλωση, αυξάνοντας τον βαθμό δυσκολίας συνεννόησης με το Ισραήλ και αποδοχής της από το αμερικανοεβραϊκό λόμπι. Και από τη στιγμή που το καθεστώς στην Τεχεράνη, έστω και με άλλα πρόσωπα να ηγούνται, δείχνει ισχυρό στο εσωτερικό, δίνει τη δυνατότητα σε εξωτερικούς συμπαίκτες του, που στην αρχή του πολέμου δεν πήραν σαφή θέση υπέρ του, θέλοντας πρώτα να δουν το πολιτικό αποτέλεσμα των επιχειρήσεων, τώρα πιο ευδιάκριτα να το στηρίζουν και να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του πολέμου, επιβεβαιώνοντας ότι αυτός δεν εξαρτάται πλέον τόσο από την Ουάσιγκτον.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

