Σοκαριζόμαστε από τους διαλόγους της δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, γιατί αποπνέουν «νταραβέρι» και ατελείωτο κυνισμό. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτυπώνουν την απελπισμένη προσπάθεια βουλευτών και κομματικών παρατρεχάμενων να κρατήσουν ζωντανή την περιώνυμη πελατειακή σχέση με τους ψηφοφόρους τους. Κάποτε ο βουλευτής, και ειδικά ο βουλευτής της επαρχίας, είχε «πράγμα» να πουλήσει στον πελάτη. Μπορούσε να τον διορίσει στο Δημόσιο, ακόμη και στην αστυνομία και στην Πυροσβεστική. Μπορούσε ακόμη να του ξεμπλέξει κάποια υπόθεση με την εφορία ή να τον βοηθήσει να βγάλει σύνταξη, ενίοτε χωρίς να τη δικαιούται. Τηλεφωνούσε στην πάλαι ποτέ κρατική Εθνική Τράπεζα και του έβγαζε ένα δάνειο ή στον κρατικό ΟΤΕ για να του εξασφαλίσει μία γραμμή σταθερής τηλεφωνίας χωρίς να περιμένει χρόνια. Μερικά από τα παραπάνω γίνονταν και απευθείας με «λάδωμα», αλλά η μεσολάβηση του βουλευτή ήταν η πρώτη προτίμηση.
Με αυτά και με τα άλλα χρεοκοπήσαμε και οι πελάτες-ψηφοφόροι ένιωσαν προδομένοι όταν ήλθαν τα μνημόνια. Το ΑΣΕΠ είχε θεραπεύσει, εν τω μεταξύ, την κατάρα των αδικαιολόγητων διορισμών. Η ΑΑΔΕ στένεψε πολύ τα περιθώρια «μεσολάβησης», ο ΟΤΕ, η Εθνική, η Ολυμπιακή δεν είναι πια κρατικοί οργανισμοί.
Τι έχει μείνει σήμερα από πλευράς ρουσφετιών για ένα βουλευτή; Τα ρουσφέτια στον στρατό, να «πάει το παιδί» κάπου καλά. Η παρέμβαση για επιδοτήσεις και ό,τι άλλο έχει να κάνει με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα που εμπλέκεται με τον νέο μεγάλο γκρίζο, αδιαφανή τομέα της «παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών». Μπορεί, ακόμη, ένας βουλευτής να υποσχεθεί να φροντίσει έναν άρρωστο στο δημόσιο σύστημα υγείας, αν κι εκεί τα περιθώρια στενεύουν και οι γιατροί που δίνουν τη ζωή τους κάθε μέρα σε αντίξοες συνθήκες κυριολεκτικά σιχαίνονται τα σχετικά τηλεφωνήματα. Εως πρόσφατα μπορούσε να βοηθήσει να μπει σε μία θέση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κάποιος που δεν είχε κανένα προσόν, ένας σταθμάρχης στον ΟΣΕ π.χ. Τα ρουσφέτια ενίοτε «σκοτώνουν», βλέπετε, ή διαλύουν το κράτος και εξηγούν μεγάλες εθνικές αποτυχίες.
Ο βουλευτής επαρχίας δεν έχει τη δύναμη της τηλεόρασης και θεωρεί τον εαυτό του εγκλωβισμένο στην πελατειακή σχέση του με τους ψηφοφόρους. Οι ψηφοφόροι πάλι νιώθουν όλο και περισσότερο ότι το μενού των ρουσφετιών και εξυπηρετήσεων έχει μειωθεί, οπότε λογικά επιλέγουν αντισυστημικούς πολιτικούς και εγκαταλείπουν τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας.
Η ευθύνη όσων κυβερνούν σήμερα είναι μεγάλη, γιατί δεν ξερίζωσαν αυτή την κουλτούρα και δεν κατάφεραν να ανανεώσουν το πολιτικό-κομματικό προσωπικό. Και, επίσης, παραδόθηκαν στους διαχρονικούς «Φραπέδες» και πρόδωσαν στην πράξη το δυναμικό εκείνο κομμάτι αγροτών που ήθελε να απεγκλωβιστεί από αυτούς. Για να αλλάξει, όμως, η χώρα θα πρέπει να φτάσουμε στο σημείο ο βουλευτής να πρέπει να κάνει… άλλη δουλειά και οι υπουργοί, όπως οι νεοδιορισθέντες, να μην εξαρτώνται από τον σταυρό προτίμησης. Αλλά και να μπουν κανόνες διαφάνειας που θα αφορούν όλους, διότι όσο υπάρχει «μεγάλο νταραβέρι» θα ακούμε εκείνο το δηλητηριώδες, αλλά και δικαιολογημένο, «καλά, ρε φίλε, δεν βλέπεις τι γίνεται, τα εκατό χιλιάρικα που πήρα για πρόβατα που δεν είχα σε μάραναν;».

