Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει τρεις τρόπους αντιμετώπισης των άλλων: επιτίθεται σε όσους δεν υποκύπτουν αμέσως στις απαιτήσεις του, στηρίζει όσους καταπατούν ανθρώπινα δικαιώματα και υπονομεύουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και πιέζει (εκβιάζει) αυτούς που βρίσκονται σε δύσκολη θέση.
Στην πρώτη κατηγορία είναι οι συμμαχικές χώρες, τις οποίες απειλεί με διάλυση του ΝΑΤΟ επειδή δεν ενθουσιάστηκαν με τον πόλεμο εναντίον του Ιράν που αυτός εξαπέλυσε μαζί με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου.
Στη δεύτερη είναι οι αυταρχικοί ηγέτες Ρωσίας, Ουγγαρίας και Τουρκίας και ομοϊδεάτες τους στην αντιπολίτευση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, τους οποίους ο Τραμπ δεν χάνει ευκαιρία να κολακεύσει και να στηρίξει.
Οι εκλογές στην Ουγγαρία την ερχόμενη Κυριακή θα αποδείξουν εάν η αγκαλιά του Αμερικανού προέδρου αποτελεί φιλί του θανάτου ή ενίσχυση του αντιευρωπαϊκού μετώπου εντός Ε.Ε.
Στην τρίτη βρίσκονται χώρες όπως η δική μας, που ενώ είναι μέλη του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, λόγω ιδιαίτερων συνθηκών είναι αναγκασμένες να επιδιώκουν στενή σχέση με τις ΗΠΑ – δεν έχουν την πολυτέλεια να προκαλέσουν την εκδικητικότητα του Τραμπ. Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος ενδιαφέρεται μόνο για το πόσο οι άλλοι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του ή όχι, δεν επιχειρεί να πείσει τους άλλους, ούτε λογαριάζει το κόστος που οι κινήσεις του μπορεί να έχουν για τον ίδιο και τη χώρα του. Εξάλλου, για ό,τι πάει καλά ευθύνεται αυτός, για ό,τι πάει στραβά, οι άλλοι – είτε είναι αντίπαλοι, είτε υπουργοί του, είτε σύμμαχοι.
Οπως μας διδάσκει ο 3ος Νόμος του Νεύτωνα, σε κάθε δράση αντιστοιχεί μια αντίθετη και ίση αντίδραση. Στη ζωή, στις σχέσεις μεταξύ ατόμων και μεταξύ ομάδων, η αντίδραση μπορεί να μην είναι άμεσα αντίθετη, ίση ή μετρήσιμη – θα υπάρξει όμως. Ετσι, ενώ οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ πρώτα επιχείρησαν να κατευνάσουν την επιθετικότητα του Τραμπ (αυξάνοντας τις αμυντικές δαπάνες τους, κολακεύοντάς τον), οι συνεχείς επιθέσεις τούς έπεισαν πως το ζήτημα δεν ήταν οικονομικό ή θεσμικό, αλλά μια επίδειξη προσωπικής εξουσίας – bullying διεθνούς επιπέδου, δηλαδή. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στην απαίτηση του Τραμπ να του δώσει η Δανία τη Γροιλανδία, η οποία προκάλεσε τη συσπείρωση των άλλων μελών του ΝΑΤΟ. Την περασμένη εβδομάδα είδαμε πως οι συνεχόμενες επιτιμητικές αναφορές στη Βρετανία (με την οποία οι ΗΠΑ διατηρούσαν «ειδική σχέση» έως προσφάτως) και η παγκόσμια αναστάτωση που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν οδήγησαν τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να εκφράσει την ανάγκη για στενότερες σχέσεις μεταξύ της χώρας του και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δέκα χρόνια μετά το Brexit, χάρη στον Τραμπ και στο σημαντικό πλήγμα που υπέστη η βρετανική οικονομία μετά το 2016, ο Στάρμερ δήλωσε την Τετάρτη πως επιδιώκει στενότερη σχέση με την Ευρώπη ως «συνεργασία για να χαράξουμε κοινή πορεία σε έναν επικίνδυνο κόσμο». Με τις απειλές να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ, ο Τραμπ προκαλεί τους έως τώρα φίλους να αντιμετωπίσουν τις ΗΠΑ όχι ως στήριγμα αλλά ως απειλή και να συσπειρωθούν για κάθε ενδεχόμενο.
Μένει να φανεί εάν ο μεγάλος έρωτας του Τραμπ με τις ακροδεξιές, εθνικιστικές δυνάμεις στην Ουγγαρία, στη Βρετανία, στη Γερμανία κ.α. θα προκαλέσει την αντίδραση των ψηφοφόρων. Οι εκλογές στην Ουγγαρία την ερχόμενη Κυριακή θα αποδείξουν εάν η αγκαλιά του Τραμπ αποτελεί φιλί του θανάτου ή ενίσχυση του αντιευρωπαϊκού μετώπου εντός Ε.Ε. Η ενδεχόμενη επικράτηση του Βίκτορ Ορμπαν (φίλου και του Τραμπ και του Πούτιν) θα έχει υψηλό κόστος για τους Ούγγρους πολίτες, όμως θα προκαλέσει μεγαλύτερη συσπείρωση των άλλων χωρών του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. Και αυτό είναι το μόνο ανάχωμα για όσες χώρες τολμούν να αντισταθούν στον Τραμπ – και για όσες δυσκολεύονται.

