Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ «Φάκελος 17Ν» που ολοκληρώθηκε την περασμένη Δευτέρα (μπορείτε να παρακολουθήσετε όλα τα επεισόδια εκεί) αποτελεί μια συναρπαστική καταγραφή μιας από τις πιο συνταρακτικές υποθέσεις της μεταπολίτευσης. Αλλά, όπως αποδείχτηκε, είχε κι άλλα πράγματα να προσφέρει στους τηλεθεατές του 2026.
Πρώτα απ’ όλα, πολλές και πολλοί είχαμε ξεχάσει μερικές σημαντικές, ενδιαφέρουσες ή και κραυγαλέες πτυχές της ιστορίας. Όπως, για παράδειγμα, ότι την πρώτη «προκύρηξη» της 17Ν την πήγε στα γραφεία της γαλλικής εφημερίδας Liberation αυτοπροσώπως ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Ή τον κρίσιμο ρόλο που έπαιξαν στην εξάρθρωση της οργάνωσης η ελληνική Εκκλησία, η συνέντευξη τύπου της Χέδερ Σόντερς στην τηλεόραση μετά τη δολοφονία του συζύγου της, και η πρωτοβουλία ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης «Ως Εδώ», από τις οικογένειες των θυμάτων. Ήταν κι άλλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία που δεν θυμόμουν. Όλα αυτά, ιδωμένα μέσα στο πλαίσιο μιας εποχής, με την πολιτική πόλωση, τις κοινωνικές εντάσεις και την οικονομική πραγματικότητα, αποτέλεσαν μια σφαιρική αποτύπωση της Ελλάδας στις δεκαετίες 1970-2000.
Παρακολουθώντας τις έξι ώρες αυτού του υλικού, όμως, τα βασικά συμπεράσματα κατά τη γνώμη μου ήταν δύο άλλα: οι παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης σε κάθε επίπεδο (αλλά κυρίως στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας), και μια πειστική απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα που διατυπώθηκε πριν ακόμα προβληθεί το ντοκιμαντέρ, από συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας: για το αν ο αρχιδολοφόνος της οργάνωσης δικαιούται να έχει βήμα στην τηλεόραση.
Ως προς το πρώτο, φαντάζομαι το περιμένατε: η συμπεριφορά και η αντίδραση της ελληνικής αστυνομίας, όπως καταγράφονται στο ντοκιμαντέρ, προκαλούν θλίψη, οργή και απόγνωση ακόμα και στον πιο κυνικό τηλεθεατή. Η διαχρονική στάση της αστυνομίας απέναντι στην τρομοκρατία ξεφεύγει από τα όρια της απλής (επαναλαμβανόμενης, ξανά και ξανά) αποτυχίας και περνά στα επίπεδα του γελοίου. Δεν είναι μόνο οι γνωστές γκάφες (ότι το 1985 θα μπορούσαν να έχουν συλλάβει τον Κουφοντίνα και αντ’ αυτού πήραν τηλέφωνο το μπαμπά του, ή ότι έπιασαν ένα άλλο μέλος το 1993, αλλά το άφησαν να φύγει). Είναι τα πάντα. Το ντοκιμαντέρ, έμμεσα, καταρρίπτει εν μέρει το μύθο ότι, δήθεν, οι ελληνικές αρχές, εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 «σοβαρεύτηκαν» και έπιασαν τους τρομοκράτες. Οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να τα κάνουν σαλάτα και τον 21ο αιώνα. Το παραδέχονται on camera. Ακόμα και μετά τη δολοφονία Σόντερς, το συμβάν που υποτίθεται ότι «ξεχείλισε το ποτήρι», οι Έλληνες αστυνομικοί άφηναν τον τόπο του εγκλήματος χύμα, αφύλακτο, χωρίς να συλλέξουν στοιχεία σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ενώ μετά αρνούνταν και να μοιράσουν φυλλάδια για συλλογή στοιχείων από τυχόν μάρτυρες, μια δουλειά που αναγκάστηκαν να κάνουν μόνοι τους οι απεσταλμένοι της Σκότλαντ Γιαρντ στην Κηφισίας. Βλέπεις αυτές τις ιστορίες, ακούς αυτές τις μαρτυρίες και σε πιάνει απελπισία για το επίπεδο, την κατάρτιση, τη νοημοσύνη και τον επαγγελματισμό της ελληνικής αστυνομίας, όχι σε ένα μεμονωμένο συμβάν, αλλά σε βάθος δεκαετιών. Ακούς τους βρετανούς αξιωματούχους που συμμετείχαν σε κάποιες από τις τελευταίες έρευνες να μιλάνε, και ακούς και τους Έλληνες συναδέλφους τους να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και σου φαντάζει αδιανόητο ότι αυτοί οι άνθρωποι ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα, ότι είναι συνάδελφοι. Και βέβαια, η ανικανότητα δεν ήταν μόνο ελληνικό χαρακτηριστικό -και οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που υποτίθεται ότι έλυναν και έδεναν στη χώρα μας, και οι οποίες υποτίθεται ότι έψαχναν να βρουν ποιος σκοτώνει τους δικούς τους, άχρηστες αποδείχτηκαν. Αλλά η επαναλαμβανόμενη ασχετοσύνη, αδιαφορία για τις διαδικασίες και γενική ανικανότητα Ελλήνων αξιωματικών και αστυφυλάκων προκαλεί απελπισία. Κι η ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού δεν περιορίζεται στην αστυνομία, βεβαίως. Ακούς τις απόψεις ανθρώπων που έζησαν την εποχή και τα γεγονότα και συνειδητοποιείς με φρίκη ότι το επίπεδο του διαλόγου για αυτό το θέμα (και, προφανώς, και για όλα τα άλλα) ήταν σοκαριστικά ρηχό, πνιγμένο στη συνομωσιολογία και το συναίσθημα. Ακόμα και άνθρωποι στην πρώτη γραμμή της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής της εποχής, μιλούσαν στην κάμερα με τη γλώσσα των «ψεκασμένων».
Το κλίμα αυτό, που πολλές φορές μεταφέρεται έμμεσα και αθέλητα από τους πρωταγωνιστές στο ντοκιμαντέρ (χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνουν) αντανακλά σε μεγάλο βαθμό και το επίπεδο της τοξικότητας της ελληνικής κοινωνίας, ως προς το πώς αντιμετώπιζε και αυτό το θέμα. Αλλά αυτό το ξέραμε. Γνωρίζαμε ότι στην Ελλάδα κάποιες και κάποιοι θεωρούσαν ότι η δράση της 17 Νοέμβρη δεν ήταν και τόσο τρομερό πράγμα. Ότι σκότωναν μόνο «ξένους» ή «πλούσιους», οπότε δεν χάθηκε και ο κόσμος. Γι’ αυτό το λόγο, όπως αποδείχτηκε, είχε νόημα η συμμετοχή του αρχιδολοφόνου της οργάνωσης στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ. Πράγμα που με φέρνει στο δεύτερο συμπέρασμα.
Φυσικά, οι οικογένειες των θυμάτων της τρομοκρατικής οργάνωσης έχουν δίκιο. Τι φταίνε, να βλέπουν το δολοφόνο των ανθρώπων τους να μιλάει στο πανελλήνιο, καλεσμένος τηλεοπτικής εκπομπής; Δεν είναι αυτό άλλο ένα τραύμα; Γιατί να το υποστούν; Ταυτόχρονα, οι δημοσιογράφοι έχουν δίκιο. Η δημοσιογραφική έρευνα για οποιοδήποτε θέμα υποχρεωτικά οφείλει να είναι σφαιρική και να αποκαλύπτει όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Αν δεν το έκανε, θα ήταν ελλιπής. Αλλά εκ των υστέρων, βλέποντας το αποτέλεσμα, κάποιος θυμάται ότι υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας στην υπόθεση. Εμείς. Οι πολίτες. Ο «λαός». Το «δημόσιο συμφέρον». Στην υπόθεση της τρομοκρατίας τα πρώτα και τα σπουδαιότερα θύματα είναι, βεβαίως, τα θύματα. Αλλά δεν είναι τα μόνα. Όπως λέει και ο ορισμός της τρομοκρατίας, ο σκοπός αυτών των ανθρώπων δεν ήταν μόνο η εξόντωση των συγκεκριμένων στόχων, αλλά η ενστάλλαξη του φόβου σε ολόκληρες ομάδες του πληθυσμού. Κατ’ επέκταση, η διάβρωση τους αισθήματος ασφάλειας ολόκληρης της κοινωνίας. Για δεκαετίες, «θύματα» της τρομοκρατίας ήμασταν όλοι. Η ιστορία της «17 Νοέμβρη» ήταν και είναι μια πληγή για την κοινωνία μας, ένα βαθύ τραύμα, μια διαχρονική ντροπή.
Έχω ξαναγράψει την άποψη μου για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στον serial killer της 17 Νοέμβρη. Η συμμετοχή του στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ όμως ήταν δόκιμη, σωστή και χρήσιμη, όχι μόνο για τη δημοσιογραφική πληρότητα του ρεπορτάζ, αλλά και για την απαραίτητη συμπλήρωση του αφηγήματος, για την ολοκληρωμένη αποτύπωση της ντροπής. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μέσα σε λίγες λέξεις, γίνεται ξεκάθαρο, κρυστάλλινο. Ποιος ήταν αυτός που τα έκανε όλα αυτά τα πράγματα; Ε, νάτος. Τι νομίζατε ότι είναι; Τι φοβόσασταν ότι θα αποδειχτεί; Ένας νάρκισσος παππούλης, που μπορεί να κάθεται σε μια φυλακή, μα στο μυαλό του ζει σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, στον κόσμο του 1949, με τα ίδια δόγματα, αρτηριοσκληρωτικά, εδώ και δεκαετίες αποστεωμένα στο φλοιό. Ένας άνθρωπος αδύναμος και ασυνάρτητος, με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, τόσο χαρούμενος που του δίνουν σημασία, χωρίς να συνειδητοποιεί (όπως όλοι οι νάρκισσοι) πως με κάθε λέξη του αποκαλύπτεται, πως όσο περισσότερο μιλάει τόσο ξεγυμνώνεται, πώς όλοι, απ’ έξω, βλέπουν και ακούν ποιος είναι πραγματικά. Ο ακούσιος αυτοεξευτελισμός του δολοφόνου δημοσίως ήταν ένα απαραίτητο στοιχείο της ιστορίας. Δεν μπορούσε να λείπει και δεν έπρεπε να λείπει. Ήταν όσο αποκαλυπτικός όσο οι εικόνες από τα κιτάπια της οργάνωσης, για το πώς μοίραζαν «μισθούς» από τα κλοπιμαία των τραπεζών στους άεργους τρομοκράτες, ή όπως οι εικόνες από τις ακατάστατες, μίζερες και βρώμικες «γιάφκες». Μας έδειξαν, όλα αυτά, ποιοι είναι. Και ταυτόχρονα, μας θύμισαν ποιοι είμαστε.

