Μετά την ολοκλήρωση του επιτυχημένου συνεδρίου του, όπου αποφεύχθηκαν οι μετωπικές συγκρούσεις και επικράτησε μια αίσθηση συσπείρωσης, επίπλαστης ή αληθινής μένει να φανεί, ακολουθεί το δεύτερο μέρος του έργου που είναι εκ των πραγμάτων και το πιο καθοριστικό για ένα κόμμα που ήταν και θέλει να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας: η εκλογική απήχηση και οι προοπτικές διακυβέρνησης. Η αντικειμενική αποτίμηση του σκηνικού είναι πιο απλή από ό,τι νομίζουν πολλοί. Η αριθμητική είναι περίπου δεδομένη. Εδώ και χρόνια έχει διαμορφωθεί μια πραγματικότητα. Η βελόνα μπορεί να κινηθεί προς τα πάνω, αλλά δεν θα εκτοξευτεί στη σφαίρα της πρωτιάς. Οι συσχετισμοί, όποια μορφή και αν πάρουν τελικά, επιβάλλουν κάποιου είδους συνύπαρξη με δυνάμεις πέραν του ΠΑΣΟΚ. Το ζητούμενο είναι με ποιες, με ποια μορφή, με ποιους όρους, με τι προτεινόμενες πολιτικές.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν στο αυτονόητο, τη συνεργασία. Η μία επιλογή είναι με τη Νέα Δημοκρατία, την οποία όμως απέκλεισε ρητά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Μπορεί κάποιος να επικρίνει την απόρριψη της προοπτικής νέας συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ., αλλά αυτή είναι η απόφαση. Η άλλη επιλογή είναι με δυνάμεις της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Εδώ κρίσιμη παράμετρος καθίσταται η σχέση που θα διαμορφωθεί και ο συσχετισμός δυνάμεων που θα καταγραφεί μεταξύ του ΠΑΣΟΚ, το οποίο στον απόηχο του συνεδρίου θα παρουσιάσει ελαφρά άνοδο, και του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα που θα ανακοινωθεί σύντομα.
Σύγκρουση ή συμπόρευση του ΠΑΣΟΚ με το κόμμα Τσίπρα, και η προοπτική εξουσίας.
Κάποιοι σε ό,τι θα έχει απομείνει από τον πάλαι ποτέ κραταιό ΣΥΡΙΖΑ, τη διχασμένη Νέα Αριστερά και άλλους μικρούς πολιτικούς σχηματισμούς θα επιμείνουν στην αυτόνομη κάθοδο, ωστόσο δεν επηρεάζουν τη μεγάλη εικόνα. Η δημιουργία μιας κυβερνώσας Κεντροαριστεράς θα εξαρτηθεί από τη σχέση –σύγκρουσης ή συμπόρευσης– που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στο νέο κόμμα Τσίπρα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς δημοσκόπος για να αντιληφθεί ότι η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά κόμματα δεν θα είναι τεράστια, όπως επίσης και ότι στοχεύουν στο ίδιο τμήμα του εκλογικού σώματος, καθώς ο κ. Τσίπρας έχει μετακινηθεί προς το Κέντρο και θα αξιοποιήσει νέα πρόσωπα, όπως και παλαιότερα που χαίρουν εκτίμησης και σε άλλους χώρους – Χουλιαράκης, Καλπαδάκης, Χαρίτσης, Φάμελλος, Αχτσιόγλου. Το στοίχημα είναι αν θα αναλωθούν σε μια μετωπική σύγκρουση για το ποιος θα υπερισχύσει έστω και οριακά, που θα προκαλέσει σημαντική φθορά εκατέρωθεν, ή θα διατηρήσουν ζωντανή την προοπτική μιας κοινής πορείας. Αν και η συμπόρευση δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε απόλυτη πρόσθεση των ποσοστών, η συνολική υποστήριξη των δύο κομμάτων πιθανώς να υπερβαίνει το 30%.
Τέλος, στόχος και για τους δύο δεν είναι μόνο να εμπνεύσουν τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ αλλά, το σημαντικότερο, πολλούς από αυτούς που σε προηγούμενες εκλογές επέλεξαν την αποχή.

